Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Μπείτε στην Πτέρυγα Εγκαταλελειμμένων Νεογνών του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα - Μπέτε στη Ζωή ενός εγκαταλελειμμένου παιδιού




Αυτήν τη στιγμή πάνω από 50 παιδιά ζουν παρατημένα από τις μητέρες τους σε νοσοκομεία του λεκανοπεδίου Αττικής. Επειδή οι ίδιες δεν είναι σε θέση να τα φροντίσουν, επειδή ζουν σε συνθήκες που δεν είναι κατάλληλες για να μεγαλώσει ένα παιδί, επειδή απλώς τα θεωρούν ανεπιθύμητα. Μέσα στο 2015 ένας πολύ μεγάλος αριθμός παιδιών γεννήθηκαν και έμειναν στο νοσοκομείο ακόμα και για 12 μήνες πριν καταλήξουν σε κάποιο ίδρυμα. Παιδιά που μέχρι να φύγουν από το νοσοκομείο ζουν 24 ώρες το 24ωρο κάτω απ’ το τεχνητό φως των θαλάμων νεογνών, που μεγαλώνουν ανάμεσα σε συνεχή κλάματα από τα διπλανά νεογέννητα, που δεν ξέρουν τι σημαίνει ησυχία, φως του ήλιου, σκοτάδι. Το χειρότερο απ’ όλα, όμως, είναι ότι δεν μπορούν να έχουν τη φροντίδα που έχει ένα παιδί που ζει με οικογένεια, γιατί πρέπει να μοιραστούν την ίδια μαία με άλλα 20, ακόμα και 30 μωρά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Οι μαίες που καλούνται να αναπληρώσουν τον ρόλο της μητέρας και να προσφέρουν φροντίδα και αγάπη στα παρατημένα παιδιά προσφέρουν ένα κοινωνικό έργο που τις κάνει αξιοθαύμαστες. Σε συνθήκες που έχουν γίνει πολύ δύσκολες μετά τις απανωτές οικονομικές καταστροφές, προσπαθούν με απίστευτη ευσυνειδησία και προσωπικό κόστος να προσφέρουν όσο περισσότερα μπορούν στα βρέφη, μέχρι να πάνε στο ίδρυμα.

Η Δέσποινα είναι μαία εδώ και δέκα χρόνια. Στην Πτέρυγα Νεογνών του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα ήρθε πριν από τρία χρόνια και έχει περάσει αμέτρητες ώρες μαζί με αυτά τα παιδιά. «Ήταν καθαρά δική μου επιλογή να γίνω μαία και ήταν εξαρχής δώρο Θεού» μας λέει. «Μου άρεσε πάρα πολύ, ήταν η πρώτη μου επιλογή. Γενικά, μου αρέσει να ασχολούμαι με το θαύμα της ζωής, με όλο αυτό. Ήταν μια συνειδητή απόφαση». Μιλάει για τη «μεγάλη πληγή» και συγκινείται.

«Παλιότερα, μια τυχαία μέρα, είχαμε πέντε με δέκα εγκαταλελειμμένα παιδιά το πολύ, σήμερα έχουμε σε μόνιμη βάση 15 με 20 εγκαταλελειμμένα βρέφη. Είναι τόσο μεγάλος ο αριθμός, που κάνουν ένα τμήμα στο νοσοκομείο από μόνα τους.

Είναι πραγματικά πάρα πολλά, ειδικά αν σκεφτούμε ότι τα φροντίζει μία μαία σε κάθε βάρδια. Για να καταλάβεις την κατάσταση, εκτός από τα εγκαταλελειμμένα, μέσα στον θάλαμο, που είναι 5×5, βρίσκονται και τα άλλα νεογέννητα, που είναι άλλα τόσα. Μπορεί ο αριθμός των νεογνών να φτάσει και τα 35 καθημερινά. Τόσα έχουμε τώρα. Είναι ένα μεγάλο θέμα τα παρατημένα παιδιά και πολύ στενόχωρο. Οι μητέρες τους είναι χρήστες ναρκωτικών, άλλες απλώς τα εγκαταλείπουν γιατί δεν έχουν τα μέσα για να τα μεγαλώσουν, κάποιες έχουν ψυχολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα και η κοινωνική υπηρεσία δεν μπορεί να τους τα δώσει, υπάρχουν άλλες που έχουν τον σύζυγό τους στην φυλακή, είναι μητέρες άστεγες, μετανάστριες και πρόσφυγες. Υπάρχουν κάποιες που το σκάνε από το μαιευτήριο, τις περισσότερες φορές θέλουν να τα πάρουν αλλά δεν μπορούν, γιατί δεν έχουν τα μέσα να τα μεγαλώσουν.

Η κοινωνική υπηρεσία εξετάζει αυτές τις περιπτώσεις και βλέπει ότι δεν γίνεται τα μωρά να ζήσουν με τη μητέρα και τον πατέρα τους, γιατί δεν υπάρχει σπίτι γι’ αυτά και σωστό οικογενειακό περιβάλλον. Τότε η κοινωνική υπηρεσία καλεί τον εισαγγελέα, διερευνάται η υπόθεσή τους και πολλές φορές αποφασίζουν ότι τα παιδιά δεν μπορούν να δοθούν στους γονείς. Έτσι, παραμένουν εδώ μέχρι να βρεθεί χώρος σε κάποιο ίδρυμα, συνήθως στο Μητέρα. Από εδώ τα παιδιά φεύγουν όταν είναι πάνω από 5 μηνών – τώρα τελευταία μένουν και περισσότερο.

Κάποια μωρά πάνε στο μαιευτήριο Έλενα προσωρινά, εκεί υπάρχει ξεχωριστό τμήμα με ειδικό προσωπικό. Εδώ, στο Αλεξάνδρα, δεν έχουμε ξεχωριστό τμήμα, τα εγκαταλελειμμένα μένουν μαζί με τα άλλα νεογέννητα. Οι διαδικασίες καθυστερούν πάρα πολύ, γιατί πρέπει ο εισαγγελέας να διερευνήσει ξεχωριστά για κάθε παιδί, να αποφασιστεί τι θα γίνει από δω και πέρα και όλο αυτό κρατάει ένα εξάμηνο. Μπορεί και παραπάνω. Έχει μείνει σ’ εμάς παιδί έναν ολόκληρο χρόνο. Αυτήν τη στιγμή έχουμε κάποιο που είναι εννιά μηνών, τον Οκτώβριο είχαμε ένα που ήταν έντεκα μηνών, κόντευε να χρονίσει.

Τα παιδιά αυτά έχουν πολύ μεγάλες ανάγκες. Στο Αλεξάνδρα δεν υπάρχουν υποδομές γι’ αυτά τα μωρά, καθώς το νοσοκομείο είναι μαιευτήριο. Ένα νεογέννητο σε κανονικές συνθήκες μένει 3-4 μέρες και μετά φεύγει. Ένα παιδί που μένει εδώ έχει άλλες ανάγκες, χρειάζεται πάνες σε διαφορετικά μεγέθη, περισσότερη ποσότητα γάλακτος, ρούχα, φαγητό που πρέπει να έχει ποικιλία όσο μεγαλώνει. Είναι μεγάλα έξοδα που τα πληρώνει το νοσοκομείο, αλλά λόγω της κακής κατάστασης όλα είναι σε έλλειψη. Μας βοηθούν οι λεχώνες που βλέπουν τα παιδιά δίπλα στα δικά τους και όταν βγουν, επιστρέφουν και μας φέρνουν ρουχαλάκια.

Έτσι, αυτήν τη στιγμή έχουμε πολλά. Αλλά πάνες, γάλατα και φαγητό χρειάζονται συνέχεια. Όποιος έχει διάθεση να βοηθήσει, πρέπει να έρθει από εδώ και να μιλήσει με τον διευθυντή και την προϊσταμένη για να μάθει πώς. Υπάρχουν διαφορετικές ελλείψεις κάθε στιγμή. Τα μωρά δεν έχουν πού να κοιμηθούν γιατί οι κούνιες είναι συγκεκριμένων διαστάσεων, για νεογνά, έτσι, όταν μεγαλώσουν, γίνονται δύσκολα τα πράγματα. Έχουμε μόνο ένα παρκοκρέβατο, όπου βάζουμε τα πιο μεγάλα μωρά, και τα υπόλοιπα διατρέχουν τον κίνδυνο να πέσουν από την κούνια, γιατί θέλουν να γυρίσουν, να πιαστούν από κάπου να σηκωθούν. Δεν μπορείς να έχει ένα παιδί καθηλωμένο 24 ώρες το 24ωρο.

Ένα παιδάκι οκτώ μηνών είναι αεικίνητο και πρέπει να έχεις συνέχεια τα μάτια πάνω του. Αυτό επιβαρύνει σίγουρα το έργο μας. Φανταστείτε να έχεις 10-15 παιδιά που κινδυνεύουν να πέσουν από την κούνια και να υπάρχει μόνο μία μαία που τα προσέχει. Έχει χρειαστεί πολλές φορές να αγοράσουμε πράγματα από μόνες μας γι’ αυτά τα μωρά. Μου έχει τύχει πάρα πολλές φορές να πω «δεν μπορώ άλλο». Η αγάπη, όμως, με κρατάει. Βλέπεις τα παιδικά μάτια τριγύρω και θέλεις να δώσεις όση αγάπη έχεις μέσα σου. Είναι κάτι που σε επιβαρύνει και σωματικά και ψυχολογικά. Εκτός από την κούραση, με ένα παιδί δένεσαι και όταν φεύγει, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Τα βλέπεις να μεγαλώνουν 24 ώρες το 24ωρο. Δεν βλέπεις μόνο τη σωματική αλλά και τη νοητική τους εξέλιξη, το πώς θα σου χαμογελάσουν, το πώς θέλουν να σηκωθούν να παίξουν, να δουν εικόνες. Χρειάζονται αγκαλιά, χέρια να τα αγγίζουν, δεν μπορεί να είναι καθηλωμένα σε μια κούνια συνέχεια. Ένα παιδί εννέα μηνών είναι αρκετά μεγάλο για να αντιληφθεί τα πάντα γύρω του, τα πρόσωπα, τους ανθρώπους. Και αισθάνονται ότι δεν έχουν μαμά. Γκρινιάζουν.

Μας βλέπουν που περνάμε από δίπλα κι ενώ εμείς ασχολούμαστε με τα άλλα νεογέννητα, αυτά κλαίνε γιατί θέλουν μία αγκαλιά. Αλλά όταν έχεις 35 παιδιά, ποιο να πρωτοπάρεις αγκαλιά; Και πόσο; Να το πάρεις 5 πέντε λεπτά και μετά τι; Το παιδί χρειάζεται να του διαθέσεις χρόνο και δεν τον έχουμε. Σε κάθε βάρδια είναι μία έως δύο μαίες το πολύ. Και δεν μπορούν να βρίσκονται τόσα παιδιά σε έναν τόσο μικρό χώρο. Στο δωμάτιο με τις κούνιες δεν χωράμε να περάσουμε. Ο χώρος είναι εντελώς ακατάλληλος. Υπάρχει θόρυβος, γιατροί και προσωπικό που μπαινοβγαίνουν, νεογέννητα που έρχονται και φεύγουν. Τα παιδιά αυτά δεν έχουν την ηρεμία να κοιμηθούν. Έχουν συνέχεια ένα φως από πάνω τους, δεν αναγνωρίζουν αν είναι μέρα ή νύχτα. Δεν έχουν βγει ποτέ έξω από τον θάλαμο.

Ασχολούμαστε πραγματικά και δίνουμε μεγάλο αγώνα, γιατί δεν μπορείς να αφήσεις ένα παιδί ξεχασμένο απλώς σε μια κούνια, είναι τραγικό. Από ό,τι μας λένε και στο Ίδρυμα Μητέρα, όταν πηγαίνουν εκεί τα δικά μας τα μωρά έχουν καλή νοητική εξέλιξη. Τα παιδάκια αυτά είναι χαρούμενα, δεν φαίνονται θλιμμένα, που σημαίνει ότι μάλλον κάνουμε καλή δουλειά εδώ. Παίζει μεγάλο ρόλο το να μιλήσουν και να γελάσουν, να πάρει κάποια έκφραση το πρόσωπό τους. Νιώθουμε ότι είμαστε οι μαμάδες τους όσο τα έχουμε εδώ και όταν φεύγουν, στενοχωριόμαστε, αλλά σκεφτόμαστε ότι πρέπει να υπάρξει ένα καλύτερο αύριο γι” αυτά τα παιδιά. Όταν φεύγουν από μας, τα πιο πολλά μένουν στο Μητέρα για πολύ καιρό, γιατί είναι και δύσκολες οι διαδικασίες υιοθεσίας.

Από το μαιευτήριό μας δεν μπορεί να πάρει κανένας μωρό, απαγορεύεται. Πρέπει αρχικά να δώσει τη συγκατάθεσή της η μητέρα και όλες αυτές οι διαδικασίες γίνονται στο ίδρυμα. Καμιά φορά μας παίρνουν γονείς που θέλουν να υιοθετήσουν παιδί και ζητάνε να πάρουν από εμάς, αλλά αυτό δεν γίνεται. Εδώ ουσιαστικά φιλοξενούμε τα μωρά μέχρι να πάνε στο ίδρυμα.

Είναι πάρα πολύ δύσκολο ένα μόνο άτομο να φροντίσει τόσο πολλά παιδιά. Έχουμε ζητήσει επανειλημμένα βοήθεια από το υπουργείο και από διάφορες άλλες υπηρεσίες, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Στο νοσοκομείο υπάρχει θάλαμος που θα μπορούσε να γίνει ειδικός χώρος για τα εγκαταλελειμμένα μωρά. Θα μπορούσαν να προσλάβουν και προσωπικό. Πέντε άτομα θα ήταν αρκετά, δεν νομίζω ότι είναι τόσο δύσκολο. Τα παιδιά είναι κανονικοί άνθρωποι, δεν σημαίνει ότι επειδή είναι νεογέννητα θα τους δώσεις ένα γάλα και τέλος. Δεν γίνονται αυτά, έχουν πολλές ανάγκες. Δεν είναι επάγγελμα αυτό που κάνουμε, είναι λειτούργημα και δεν είναι ένα οκτάωρο που κάνεις πέντε δουλειές και φεύγεις. Μόνο η υπερένταση που ζεις αυτές τις ώρες, το κλάμα, η ορθοστασία, η τεράστια ευθύνη, κάνουν την κατάσταση πολύ δύσκολη.»


Όποιος έχει διάθεση να βοηθήσει, πρέπει να πάει στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα και να μιλήσει με τον διευθυντή και την προϊσταμένη για να μάθει πώς. Το τηλέφωνο της Νεογνολογικής Μονάδας του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα είναι 213 2162231

Πηγή: infokids.gr 

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Νόμος η δωρεάν περίθαλψη ανασφαλίστων μόνο με το ΑΜΚΑ





Ψηφίστηκε το νομοσχέδιο με το παράλληλο πρόγραμμα όπου και περιλαμβάνει σημαντικές ρυθμίσεις για την Δημόσια Υγεία, την Εργασία, την Κοινωνική Αλληλεγγύη, αλλά και την Παιδεία, την Δημόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. 

Μία σημαντική ρύθμιση που περιλαμβάνει ο νόμος είναι η πρόσβαση σε παροχές υγείας για τους ανασφάλιστους μόνο με το ΑΜΚΑ τους. 
Ειδικότερα με την ψήφιση του νομοσχεδίου καθιερώνεται η πλήρης δωρεάν νοσοκομειακή και φαρμακευτική περίθαλψη όλων των ανασφάλιστων μόνο με τον ΑΜΚΑ.

Έτσι οι ανασφάλιστοι με τον ΑΜΚΑ τους θα μπορούν να νοσηλεύονται και να πραγματοποιούν εξετάσεις στα δημόσια νοσοκομεία, ενώ θα έχουν το ίδιο ποσοστό συμμετοχής με τους ασφαλισμένους στα φάρμακα. 

Mε την ίδια ρύθμιση, όσοι έχουν βιβλιάριο απορίας θα μπορούν να προμηθεύονται τα φάρμακά τους και από τα ιδιωτικά φαρμακεία.

Πηγή: dikaiologitika.gr

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

tovima.gr - Ντ. Λάνγκλεμπεν-Στ. Ορφανός: Οι γιατροί που δίνουν ζωή στους πνεύμονες

tovima.gr - Ντ. Λάνγκλεμπεν-Στ. Ορφανός: Οι γιατροί που δίνουν ζωή στους πνεύμονες: Στην Αθήνα βρέθηκε προ ημερών ο παγκοσμίου φήμης καθηγητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο McGill και διευθυντής του Κέντρου Πνευμονικής Υπέρτασης

Γρίπη H1N1 - Καλέστε 1144 για το ειδικό τεστ



Τι είναι γρίπη (που περιλαμβάνει τη γρίπη Η1Ν1) και ποια η διαφορά της από το κοινό κρυολόγημα;

Αυτές οι δύο καταστάσεις έχουν παρόμοιες εκδηλώσεις όπως πυρετό, πονόλαιμο, συνάχι, φταρνίσματα, βήχα, πονοκέφαλο, αίσθημα κούρασης και πόνους σε όλο το σώμα. Είναι δύσκολο να τις ξεχωρίσει κανείς, όμως η γρίπη είναι συνήθως βαρύτερη, χαρακτηρίζεται από υψηλότερο πυρετό που εισβάλλει απότομα με ρίγος και έχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες επιπλοκών, όπως ωτίτιδα, παραρινοκολπίτιδα, τραχειοβρογχίτιδα και πνευμονία.

Σύμφωνα με έρευνα που έχει δημοσιευθεί στο American Journal of Epidemiology, υπολογίσθηκε ότι στις Η.Π.Α. η γρίπη ευθύνεται για 41.400 θανάτους κατά μέσο όρο κάθε χρόνο.

Αιτιολογικά η γρίπη και το κοινό κρυολόγημα είναι δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. Το κοινό κρυολόγημα οφείλεται σε μια μεγάλη ποικιλία ιών (περισσότερους από 200), ενώ η γρίπη οφείλεται στους ιούς Α, Β και C, με διάφορους ορότυπους ο καθένας.

Ο φετινός μας μουσαφίρης είναι το στέλεχος Η1Ν1 του ιού Α. Επιθετικός και δυνητικά επικίνδυνος ιός, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους, παχύσαρκους, νεφροπαθείς και πάσχοντες από χρόνια νοσήματα. Είναι ο ιός που προκάλεσε την πανδημία γρίπης του 2009 και την ιστορική πανδημία γρίπης το 1918, που κόστισε τότε τη ζωή σε περισσότερους από 20 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο!

Οι ιοί της γρίπης και του κοινού κρυολογήματος είναι εξαιρετικά μεταδοτικοί. Βρίσκονται στα σταγονίδια που εκπέμπονται από το στόμα κατά την ομιλία, το βήχα και το φτάρνισμα και μπορεί να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα μέχρι και 20 λεπτά. Ιοί βρίσκονται επίσης σε μολυσμένα αντικείμενα. Μπορεί να προσβληθεί κανείς αγγίζοντας με μολυσμένα χέρια τρόφιμα που πρόκειται να καταναλώσει ή φέρνοντας τα χέρια στο στόμα και τη μύτη του.

Η χρήση μάσκας είναι αποτελεσματική είτε χρησιμοποιείται από τον πάσχοντα είτε από άτομα του περιβάλλοντός του. Πολύ μεγάλη σημασία έχει επίσης, για τους λόγους που ήδη αναφέραμε, το συχνό πλύσιμο των χεριών και η επάλειψή τους με αντισηπτικά.

Η διάρκεια των συμπτωμάτων μπορεί να είναι μικρή ή ακόμη μπορεί και να περάσει η νόσος χωρίς συμπτώματα. Συνήθως όμως η γρίπη διαρκεί 3-7 ημέρες.

Η θεραπεία είναι κυρίως συμπτωματική, όμως, αν τα συμπτώματα είναι έντονα ή επιμένουν, χρειάζεται ιατρική εξέταση για έγκαιρη διάγνωση επιπλοκών και κυρίως της πνευμονίας.


Τομή μικροβίου που δείχνει το τοίχωμα Τα αντιβιοτικά είναι ουσίες που εμποδίζουν τα μικρόβια να δημιουργήσουν ένα “τσόφλι” που τα περιβάλλει, το λεγόμενο τοίχωμα. Χωρίς τοίχωμα μικρόβιο δεν υπάρχει και η λοίμωξη περνάει.

Οι ιοί δεν έχουν τοίχωμα. Γι αυτό και τα αντιβιοτικά που εμποδίζουν το σχηματισμό τοιχώματος δεν κάνουν τίποτα στους ιούς.

Πότε λοιπόν θα δώσουμε αντιβιοτικά σε κάποιον που έχει γρίπη; Μόνο όταν υποπτευθούμε κάποια επιπλοκή, για την οποία συνήθως ευθύνονται μικρόβια

Υπάρχει φάρμακο για τον ιό της γρίπης;



Η δομή του ιού της γρίπης 

Ναι. Κάθε ιός, σε αντίθεση με τα μικρόβια που είναι αυτοτελείς οργανισμοί και πολλαπλασιάζονται αυτόνομα, για να πολλαπλασιαστεί πρέπει να τρυπώσει μέσα σε ένα από τα κύτταρα του ασθενούς και να χρησιμοποιήσει τους μηχανισμούς του.

Σε αυτή τη διαδικασία χρησιμοποιεί μια ουσία που λέγεται νευροαμινιδάση (οι κόκκινες προσεκβολές στο δεύτερο  σχήμα).

Έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας φάρμακο που αναστέλλει αυτή την ουσία, εμποδίζοντας τον ιό να πολλαπλασιαστεί.

Πότε το δίνουμε; 



Καθώς κάθε φάρμακο έχει τις παρενέργειας του,  μπορεί να είναι μικρές, αλλά μπορεί να είναι και μεγάλες, σωστό είναι την απόφαση για τη θεραπεία να την παίρνει γιατρός, που μπορεί να ζυγίσει τους κινδύνους από τη γρίπη με τις πιθανές παρενέργειες του φαρμάκου.

Εδώ σημαντικό ρόλο στην απόφαση μπορεί να παίξει το τεστ για τον ιό της γρίπης.

Ένα τεστ θετικό για τον ιό της γρίπης Α (που πιθανότατα εφέτος είναι ο ορότυπος Η1Ν1), όταν συνοδεύεται με υψηλό πυρετό και γενική έντονη συμπτωματολογία, επιβάλλει χορήγηση θεραπείας για τον ιό της γρίπης.

Πηγή: www.1144.gr

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Ο Πόλεμος των Θεραπειών: Η Εκδίκηση του Freud



Ο Dr. David Pollens είναι ένας ψυχαναλυτής που βλέπει τους ασθενείς του σε ένα μικρό γραφείο του ισογείου, στο Upper East Side του Μανχάταν, μια γειτονιά με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ψυχοθεραπευτών σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Ο Pollens, ο οποίος είναι τώρα στα 60 του, με αραιωμένα ασημένια μαλλιά, κάθεται σε μια ξύλινη πολυθρόνα στην κορυφή ενός καναπέ. Οι ασθενείς του βρίσκονται στον καναπέ και κοιτούν μακριά από αυτόν, ώστε να εξερευνήσουν καλύτερα τους πιο ενοχλητικούς φόβους ή φαντασιώσεις τους. Πολλοί από αυτούς έρχονται αρκετές φορές την εβδομάδα, μερικές φορές για χρόνια, σύμφωνα με την αναλυτική παράδοση. Έχει ένα εντυπωσιακό ιστορικό θεραπείας του άγχους, της κατάθλιψης και άλλων διαταραχών σε ενήλικες και παιδιά, μέσα από τη μη λογοκριμένη και σε μεγάλο βαθμό μη δομημένη συζήτηση.

Η επίσκεψη στον Pollens, όπως έκανα και εγώ ένα σκοτεινό απόγευμα του χειμώνα στα τέλη του περασμένου έτους, είναι σαν να βυθίζεσαι αμέσως στην απόκρυφη φροϋδική γλώσσα της «αντίστασης» και των «νευρώσεων», «της μεταβίβασης» και «της αντιμεταβίβασης».  Αποπνέει ένα είδος ζεστής ουδετερότητας και θα μπορούσατε εύκολα να φανταστείτε τον εαυτό σας να του λέει τα πιο ανησυχητικά μυστικά σας. Όπως και άλλα μέλη της ψυχαναλυτικής «φυλής», ο Pollens βλέπει τον εαυτό του ως έναν εσκαφέα που κατεβαίνει στις κατακόμβες του ασυνειδήτου: των σεξουαλικών ορμών που παραμονεύουν κάτω από την ευαισθητοποίηση, του μίσους που νιώθουμε για εκείνους που ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε και άλλες δυσάρεστες αλήθειες για τον εαυτό μας που δεν ξέρουμε και συχνά δεν θέλουμε να γνωρίζουμε.

Όμως υπάρχει μία πολύ γνωστή ιστορία, σχετικά με τη θεραπεία και την ανακούφιση του πόνου, η οποία αφήνει αποφασιστικά τον Pollens και τους συναδέλφους ψυχαναλυτές του, στη λάθος πλευρά της ιστορίας. Αρχικά, ο Freud (λέει η ιστορία) έχει καταρριφθεί. Τα νεαρά αγόρια δεν επιθυμούν σφόδρα τις μητέρες τους ή φοβούνται ότι οι πατέρες τους θα τους ευνουχίσουν. Τα έφηβα κορίτσια δεν ζηλεύουν τα πέη των αδελφών τους. Καμία σάρωση του εγκεφάλου δεν έχει εντοπίσει ποτέ το Εγώ, το Υπερεγώ ή το Αυτό. Η πρακτική της χρέωσης ακριβών ποσών στους πελάτες για να συλλογίζονται τα παιδικά τους χρόνια, ενώ χαρακτηρίζουν τις αντιρρήσεις στη διαδικασία αυτή ως «αντίσταση», απαιτώντας περαιτέρω ψυχανάλυση, φαίνεται σε πολλούς σαν μια απάτη.

«Αναμφισβήτητα κανένα άλλο σπουδαίο ιστορικό πρόσωπο όσο ο Sigmund Freud, δεν ήταν τόσο τρομακτικά λάθος, σε σχεδόν κάθε σημαντικό πράγμα που έπρεπε να πει», δήλωσε ο φιλόσοφος Todd Dufresne λίγα χρόνια πριν, συνοψίζοντας τη συναίνεση και απηχώντας το νομπελίστα επιστήμονα Peter Medawar, ο οποίος το 1975 ονομάσε την ψυχανάλυση «το πιο απίθανο πνευματικό κόλπο εμπιστοσύνης του 20ου αιώνα». «Ήταν επίσης», συνέχισε ο Medawar, «κάτι που μοιάζει με ένα δεινόσαυρο ή ένα αερόπλοιο στην ιστορία των ιδεών, μια τεράστια δομή ενός ριζικά επισφαλούς σχεδιασμού, χωρίς ιστορική και θεωρητική συνέχεια».

Ένα συνονθύλευμα ψυχοθεραπειών εμφανίστηκε στο πέρασμα του Freud, ενώ οι ψυχοθεραπευτές πάλευαν να υποστηρίξουν τις προσπάθειές τους μέσα από μια πιο υγιή εμπειρική βάση. Αλλά μέσα από όλες αυτές τις προσεγγίσεις – συμπεριλαμβανομένης της ανθρωπιστικής θεραπείας, της διαπροσωπικής θεραπείας, της υπερπροσωπικής θεραπείας, της συναλλακτικής ανάλυσης και ούτω καθεξής - είναι γενικά αποδεκτό, ότι μία εμφανίστηκε θριαμβεύτρια.

Η Γνωστική Συμπεριφοριστική Θεραπεία ή ΓΣΘ, είναι μία προσγειωμένη τεχνική που δεν επικεντρώνεται στο παρελθόν αλλά στο παρόν, όχι σε μυστηριώδεις εσωτερικές ορμές, αλλά στην προσαρμογή των μη χρήσιμων μοτίβων σκέψης που προκαλούν αρνητικά συναισθήματα. Σε αντίθεση με τις μαιανδρικές συνομιλίες της ψυχανάλυσης, μια τυπική άσκηση ΓΣΘ, μπορεί να περιλαμβάνει τη συμπλήρωση ενός ημερολογίου για τον προσδιορισμό των αυτοκριτικών «αυτόματων σκέψεων» που εμφανίζονται κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε μια οπισθοδρόμηση, όπως όταν επικρίνεστε στο χώρο εργασίας ή σας απορρίπτουν μετά από ένα ραντεβού.

Η ΓΣΘ είχε πάντα τους επικριτές της, λόγω του ότι ήταν φτηνή και επειδή η εστίασή της ήταν να κάνει τους ανθρώπους να επιστρέψουν γρήγορα πίσω στη παραγωγική εργασία, καθιστώντας την ύποπτα ελκυστική σε πολιτικούς που περικόπτουν το κόστος παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Αλλά ακόμα και εκείνοι που αντιτέθηκαν σε αυτή για ιδεολογικούς λόγους, σπανίως αμφισβήτησαν ότι η ΓΣΘ κάνει τη δουλειά της. Δεδομένου ότι εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1960 και του 1970, πολλές μελέτες έχουν ταχθεί υπέρ της ώστε, σήμερα πλέον, η κλινική ορολογία «εμπειρικά αποδεδειγμένες θεραπείες» είναι συνήθως απλά ένα συνώνυμο της ΓΣΘ: αυτή είναι η θεραπεία που βασίζεται στα γεγονότα. Αν σήμερα στη Μεγάλη Βρετανία παραπεμφθείτε για θεραπεία από το NHS είναι πολύ πιο πιθανό να καταλήξετε, όχι σε κάτι που θυμίζει ψυχανάλυση, αλλά σε μια μικρή σειρά από εξαιρετικά δομημένες συναντήσεις με έναν ασκούμενο της ΓΣΘ ή ίσως σε εκμάθηση μεθόδων για τη διακοπή «της καταστροφολογικής» σας σκέψης μέσω μια παρουσίασης Power Point ή σε διαδικτυακή σύνδεση.

Ωστόσο, οι φωνές διαφωνίας δεν έχουν εντελώς εξαφανιστεί από την υποταγμένη ψυχαναλυτική παλαιά φρουρά. Στον πυρήνα τους υπάρχει η θεμελιώδης διαφωνία σχετικά με την ανθρώπινη φύση, σχετικά με το γιατί υποφέρουμε και πώς, και αν μπορούμε, πότε ελπίζουμε ότι θα βρούμε ηρεμία μέσα στο μυαλό μας. Η ΓΣΘ ενσαρκώνει μια πολύ συγκεκριμένη άποψη για τα οδυνηρά συναισθήματα: ότι κυρίως είναι κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί ή αν δεν είναι αυτό δυνατό, να γίνει ανεκτό.

Μια κατάσταση όπως η κατάθλιψη, τότε, είναι λίγο σαν ένας καρκινικός όγκος: Σίγουρα, θα ήταν ίσως χρήσιμο να καταλάβω από πού προήλθε, αλλά είναι πολύ πιο σημαντικό να απαλλαγώ από αυτόν. Η ΓΣΘ δεν ισχυρίζεται ακριβώς ότι η ευτυχία είναι εύκολη, αλλά υπονοεί ότι είναι σχετικά απλή: η αγωνία σας, προκαλείται από τις παράλογες πεποιθήσεις σας και είναι στο χέρι σας να αδράξετε αυτές τις πεποιθήσεις και να τις αλλάξετε.

Οι ψυχαναλυτές υποστηρίζουν ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα.
Πρώτα απ΄όλα, ο ψυχολογικός πόνος δεν πρέπει να εξαλειφθεί, αλλά να κατανοηθεί. Από αυτή την άποψη, η κατάθλιψη είναι λιγότερο σαν ένας όγκος και περισσότερο σαν ένας οξύς πόνος στην κοιλιά σας: σας λέει κάτι και θα πρέπει να μάθετε τι είναι αυτό. Και η ευτυχία - αν κάτι τέτοιο είναι ποτέ εφικτό - είναι ένα πολύ ακαθόριστο θέμα. Δεν γνωρίζουμε πραγματικά το μυαλό μας και συχνά έχουμε ισχυρά κίνητρα να διατηρήσουμε αυτά τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Βλέπουμε τη ζωή μέσα από το φακό των πρώιμων σχέσεών μας και αν και συνήθως δεν το συνειδητοποιούμε, θέλουμε αντιφατικά πράγματα και η αλλαγή είναι αργή και δύσκολη. Το συνειδητό μυαλό μας είναι μία μικρή κορυφή ενός παγόβουνου στο σκοτεινό ωκεανό του ασυνειδήτου και δεν μπορείτε να εξερευνήσετε πραγματικά αυτό τον ωκεανό μέσω των απλών, τυποποιημένων και επιστημονικά δοκιμασμένων βημάτων της ΓΣΘ.

Αυτή η άποψη έχει μία πολύ ρομαντική έκκληση. Αλλά τα επιχειρήματα των ψυχαναλυτών δεν εισακούστηκαν εφ’ όσον τα συνεχόμενα πειράματα φαίνεται να επιβεβαιώνουν την ανωτερότητα της ΓΣΘ, γεγονός που βοηθά στην εξήγηση της σοκαριστικής απάντησης σε μια μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Μάιο, που φάνηκε να δείχνει ότι η ΓΣΘ γίνεται όλο και λιγότερο αποτελεσματική, ως θεραπεία για την κατάθλιψη, με την πάροδο του χρόνου.

Εξετάζοντας τα αποτελέσματα των προηγούμενων πειραματικών δοκιμών, δύο ερευνητές από τη Νορβηγία έφτασαν στο συμπέρασμα ότι το μέγεθος της επίδρασής της ΓΣΘ- ένα τεχνικό μέτρο της χρησιμότητάς της - έχει μειωθεί στο μισό από το 1977. (Στην απίθανη περίπτωση που η τάση αυτή συνεχιστεί, θα μπορούσε να είναι εντελώς άχρηστη σε λίγες δεκαετίες.) Μήπως η ΓΣΘ με κάποιο τρόπο επωφελήθηκε από ένα είδος αποτελεσματικού φαινομένου placebo, μόνο εφ’ όσον οι άνθρωποι πίστευαν ότι ήταν μια θαυματουργή θεραπεία;

Αυτές οι υποθέσεις ήταν ακόμη νωπές όταν ερευνητές στη κλινική Tavistock του Λονδίνου δημοσίευσαν τα αποτελέσματα από την πρώτη εμπεριστατωμένη μελέτη της NHS για τη μακροπρόθεσμη ψυχανάλυση ως θεραπεία για τη χρόνια κατάθλιψη τον Οκτώβριο του 2015. Για την μείζωνα κατάθλιψη, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμαότι, 18 μήνες ανάλυσης είχαν πολύ καλύτερα και περισσότερο μόνιμα αποτελέσματα από ό, τι η «συνηθισμένη θεραπεία» στο NHS, η οποία περιελάμβανε ένα τμήμα ΓΣΘ. Δύο χρόνια μετά τη λήξη των διαφόρων θεραπειών, το 44% των ασθενών της ψυχανάλυσης δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια για σοβαρή κατάθλιψη, συγκριτικά με το 1/10 των άλλων. Περίπου την ίδια εποχή, ο σουηδικός Τύπος ανέφερεένα εύρημα από τους εκεί κυβερνητικούς ελεγκτές: ότι ένα σύστημα πολλών εκατομμυρίων λιρών για τον επαναπροσδιορισμό της ψυχικής φροντίδας μέσω της ΓΣΘ, αποδείχθηκε τελείως αναποτελεσματικό στην επίτευξη των στόχων του.

Τα ευρήματα αυτά αποδεικνύεται, ότι δεν είναι μεμονωμένα και ανάμεσά τους, μια νέα ομάδα ενθαρρυμένων ψυχαναλυτών, πιέζουν προς την υπόθεση ότι η υπεροχή της CBT έχει κατασκευαστεί σε μεγάλο βαθμό μέσα σε κινούμενη άμμο. Υποστηρίζουν ότι μαθαίνοντας στους ανθρώπους «να σκέφτονται τον εαυτό τους ευτυχισμένο», μπορεί, μερικές φορές, να κάνει τα πράγματα χειρότερα. «Κάθε λογικό άτομο γνωρίζει ότι η αυτογνωσία δεν είναι κάτι που μπορείτε να έχετε, όπως όταν αγοράζετε φαγητό σε ένα κατάστημα fastfood», δήλωσε ο Jonathan Shedler, ψυχολόγος στην ιατρική σχολή του Πανεπιστήμιου του Κολοράντο, ο οποίος είναι ένας από τους πιο αμείλικτους επικριτές της ΓΣΘ. Έχοντας ήδη προεπιλέξει το ειρωνικό χιούμορ, αγανακτεί κάθε φορά που η συνομιλία μας στεκόταν πάρα πολύ ώρα στους ισχυρισμούς της υπεροχής της ΓΣΘ. «Συγγραφείς και ποιητές φαίνεται να έχουν κατανοήσει αυτή την αλήθεια εδώ και χιλιάδες χρόνια. Όμως μόνο τις τελευταίες δεκαετίες, οι άνθρωποι έχουν πει, ‘Ωχ, όχι, σε 16 συνεδρίες δεν μπορούμε να αλλάξουμε τις συνήθειες μίας ζωής’»!

Αν ο Shedler και οι άλλοι έχουν δίκιο, μπορεί να έφτασε η στιγμή για τους ψυχολόγους και τους ψυχοθεραπευτές να επαναξιολογήσουν πολλά από αυτά που νόμιζαν ότι γνώριζαν για τη θεραπεία: για το τι λειτουργεί, τι όχι και αν η ΓΣΘ απομακρύνθηκε ιστορικά πραγματικά από το κλισέ του ψυχιάτρου που χαϊδεύει το πηγούνι του και μαζί με αυτό, από την εικόνα του Freud για τον ανθρώπινο νου. Ο αντίκτυπος μιας τέτοιας επαναξιολόγησης θα μπορούσε να είναι βαθύς. Ίσως, θα άλλαζε ακόμη και το πώς εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θεραπεύονται για τα ψυχολογικά προβλήματά τους.

«Ο Freud έλεγε όλο βλακείες» άρεσε να λέει oαναμφισβήτητα πρόγονος της ΓΣΘ, θεραπευτής Albert Ellis. Είναι δύσκολο να αρνηθούμε ότι δεν είχε δίκιο μέχρι ενός σημείου. Ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος της ψυχανάλυσης ήταν η ένδειξη ότι ο ιδρυτής της ήταν κάτι σαν τσαρλατάνος, επιρρεπής στη στρέβλωση των συμπερασμάτων του ή χειρότερα. (Σε μία ιδιαίτερα τεράστιας σημασίας υπόθεση, η οποία ήλθε στο φως στη δεκαετία του 1990, ο Freud είπε σε έναν ασθενή, στον Αμερικανό ψυχίατρο Horace Frink, ότι η δυστυχία του προερχόταν από την αδυναμία να αναγνωρίσει ότι ήταν ομοφυλόφιλος και άφησε να εννοηθεί ότι η λύση βρίσκεται στο να κάνει μια μεγάλη οικονομική συνεισφορά στο έργο του).

Αλλά για εκείνους που αμφισβητούν την ψυχανάλυση με εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, ήταν ακόμη πιο ενοχλητική η αίσθηση ότι ακόμη και ο πιο ειλικρινής ψυχαναλυτής συμμετέχει πάντα σε ένα παιχνίδι εικασίας, πάντα επιρρεπής στην εύρεση «απόδειξεων» για τα προαισθήματα του, αν υπάρχουν ή όχι. Η βασική αρχή της ψυχανάλυσης, εν τέλει, είναι ότι η ζωή μας κυβερνάται από ασυνείδητες δυνάμεις, οι οποίες μας μιλούν μόνο έμμεσα: με σύμβολα στα όνειρα, με «τυχαία» ολισθήματα της γλώσσας ή μέσω αυτού που μας εξοργίζει για τους άλλους, τα οποία είναι μια ένδειξη για κάτι που δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε στον εαυτό μας. Αλλά όλο αυτό κάνει το πράγμα να δείχνει αδιάψευστο. Προσπαθήστε να διαμαρτυρηθείτε στο ψυχαναλυτή σας ότι, όχι, δεν μισείτε πραγματικά τον πατέρα σας και εκείνος θα σας αναδείξει πόσο απελπισμένος πρέπει να είστεγια να αποφεύγετε να παραδεχθείτε στον εαυτό σας ότι τον μισείτε.

Αυτό το πρόβλημα των αυτοεκπληρούμενων προφητειών είναι μια καταστροφή για όσους ελπίζουν να καταλάβουν, με επιστημονικό τρόπο, τι πραγματικά συμβαίνει στο ανθρώπινο μυαλό και από τη δεκαετία του 1960, η πρόοδος στην επιστημονική ψυχολογία είχε φθάσει σε ένα σημείο στο οποίο η υπομονή με την ψυχανάλυση είχε άρχισε να τελειώνει. Συμπεριφοριστές, όπως ο B.F. Skinner, είχαν ήδη δείξει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορούσε να ελεγχθεί προβλέψιμα, όπως αυτή των περιστεριών ή των αρουραίων, μέσω της τιμωρίας και της ανταμοιβής. Η έκρηξη της «γνωστικής επανάστασης» στην ψυχολογία έκρινε ότι,αυτά που συνέβαιναν μέσα στο μυαλό, μπορούσαν να μετρηθούν και να χειραγωγηθούν. Και από το 1940, υπήρξε μια πιεστική ανάγκη να το πράξουν αυτό: χιλιάδες στρατιώτες που επέστρεφαν από το Β’ παγκόσμιο πόλεμο παρουσίασαν συναισθηματικές διαταραχές που φώναζαν για ταχεία, αποδοτική θεραπεία, όχι χρόνια συνομιλίας στον καναπέ.

Πριν θέσει τις βάσεις για την ΓΣΘ, ο Albert Ellis είχε εκπαιδευτεί αρχικά ως ψυχαναλυτής. Αλλά αφού την άσκησε για μερικά χρόνια στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1940, βρήκε ότι οι ασθενείς του δεν πήγαιναν καλύτερα και έτσι, με μια αυτοπεποίθηση που θα ερχόταν να καθορίσει την καριέρα του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ευθύνεται η ανάλυση και όχι δικές του ικανότητες. Μαζί με άλλους ομοϊδεάτες θεραπευτές, στράφηκε προς την αρχαία φιλοσοφία του στωικισμού, διδάσκοντας τους θεραπευόμενους ότι ήταν οι πεποιθήσεις τους για τον κόσμο, και όχι τα ίδια τα γεγονότα, που τους στενοχωρούσαν. Η αδυναμία να προαχθεί κάποιος στη δουλειά τουθα μπορούσε να προκαλέσει δυστυχία, αλλά η κατάθλιψη προέρχεται από την παράλογη τάση γενίκευσης αυτού του μοναδικού πλήγματος για την εικόνα του εαυτού μας ως γενικής αποτυχίας. «Όπως το βλέπω εγώ», είπε ο Ellis σε έναν ερευνητή δεκαετίες αργότερα, «η ψυχανάλυση παρέχει στους πελάτες μία εύκολη διέξοδο. Δεν χρειάζεται να αλλάξουν τους τρόπους τους ... μιλάνε για τον εαυτό τους για 10 χρόνια, κατηγορώντας τους γονείς τους και περιμένουν μαγικές ιδέες».

Χάρη στο χαλαρό τόνο που υιοθετήθηκε από τους υποστηρικτές της ΓΣΘ, είναι εύκολο να χάσει κανείς πόσο επαναστατικοί ήταν οι ισχυρισμοί τους. Για τους παραδοσιακούς ψυχαναλυτές και εκείνους που ασκούν νεότερες «ψυχοδυναμικές» τεχνικές, που προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από την παραδοσιακή ψυχανάλυση, αυτό που συμβαίνει στη θεραπεία είναι ότι τα φαινομενικά παράλογα συμπτώματα, όπως είναι η ατελείωτη επανάληψη των αυτοκαταστροφικών προτύπων στις σχέσεις ή την εργασία, αποκαλύπτονται να είναι τουλάχιστον κάπως λογικά. Είναι απαντήσεις που έβγαζαν νόημα στο πλαίσιο των πρώτων εμπειριών του ασθενούς. (Εάν ένας γονέας σας εγκατέλειψε, χρόνια πριν, δεν είναι τόσο παράξενο να ζείτε με τον συνεχή φόβο ότι ο σύζυγός σας θα μπορούσε να κάνει το ίδιο. Και, συνεπώς, να ενεργείτε με τρόπους που χαλάνε το γάμο σας).

Η ΓΣΘ το αναστρέφει αυτό. Συναισθήματα που μπορεί να εμφανιστούν ορθολογικά, όπως να αισθάνεστε κατάθλιψη για το ό,τι η ζωή σας είναι δυστυχισμένη, εκτείθενται ως αποτέλεσμα της παράλογης σκέψης. Σίγουρα, χάσατε την εργασία σας αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι όλα χάλια για πάντα.

Εάν αυτή η δεύτερη προσέγγιση είναι σωστή, η αλλαγή είναι σαφώς πολύ πιο απλή: το μόνο που χρειάζεται είναι ο εντοπισμός και η διόρθωση διαφόρων δυσλειτουργικών σκέψεων, αντί της αποκρυπτογράφησης των μυστικών σας λόγων για την ταλαιπωρία σας. Τα συμπτώματα, όπως η λύπη ή το άγχος δεν είναι απαραίτητα νόηματα ενδείξεων για βαθιά θαμμένους φόβους αλλά είναι εισβολείς και πρέπει να τους εξαλείψετε. Στην ψυχανάλυση, η σχέση ανάμεσα στον θεραπευτή και τον ασθενή χρησιμεύει ως ένα δοχείο, στο οποίο ο ασθενής αναπαριστά τους συνήθεις τρόπους σχέσης με τους άλλους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να γίνουν καλύτερα κατανοητοί. Στη ΓΣΘ, απλά προσπαθείτε να ξεφορτωθείτε ένα πρόβλημα.

Ο υβριστικός και ανεξάρτητος Ellis έμελλε να παραμείνει ένας περιθωριακός, αλλά η προσέγγιση του, σύντομα έδειξε σημάδια πρωτοπορίας και απέκτησε σεβασμό χάρη στο κύρος του Aaron Beck, ενός λογικού ψυχιάτρου του Πανεπιστήμιου της Πενσυλβάνια. Το 1961, ο Beck επινόησε ένα ερωτηματολόγιο 21 σημείων, που είναι γνωστό ως Beck Depression Inventory, για να μετρήσει πόσο υπέφερεαν οι θεραπευόμενοί του και έδειξε ότι το 50% περίπου από όλες τις περιπτώσεις, είχε ανακουφιστεί από τα χειρότερα συμπτώματα σε λίγους μήνες μετά από θεραπεία από ΓΣΘ. Οι αντιρρήσεις από τους ψυχαναλυτές είχαν απορριφθεί, όπως τα παράπονα των ανθρώπων που προσπαθούσαν να προστατεύσουν κάτι που έχουν κερδίσει. Βρήκαν τους εαυτούς τους να συγκρίνονται με τους γιατρούς του 19ου αιώνα, να αυτοσχεδιάζουν, να απειλούνται και να ενοχλούνται από την αντίληψη ότι η μυστικιστική τέχνη τους, θα μπορούσε να συρρικνωθεί σε μια σειρά από βήματα βάσει αποδεικτικών στοιχείων.

Πολλές περισσότερες μελέτες ακολούθησαν, αποδεικνύοντας τα οφέλη της ΓΣΘ για τη θεραπεία από τη κατάθλιψη, μέχρι τη ιδεοψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή και το μετα-τραυματικό στρες. «Παρακολούθησα τα αρχικά σεμινάρια της γνωσιακής θεραπείας για να ικανοποιήσω τον εαυτό μου ότι ήταν μια άλλη προσέγγιση που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει», μου είπε το 2010 ο David Burns, ο οποίος πήγε για να διαδώσει τη ΓΣΘ με το παγκόσμιο μπεστ σέλερ του Feeling Good. «Όμως μεταβίβασα τις τεχνικές στους ασθενείς μου και άνθρωποι που φαινόνταν απελπισμένοι και κολλημένοι για χρόνια, άρχισαν να ανακάμπτουν».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ΓΣΘ έχει βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό και αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο ότανο οικονομολόγος Richard Layard, ένας δυναμικός ευαγγελιστής της ΓΣΘ, έγινε ο «τσάροςτης ευτυχίας» του Τόνι Μπλερ. Μέχρι το 2012, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι είχαν λάβει δωρεάν θεραπεία ως αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας που πήρε ο Layard σε συνεργασία με τον David Clark, Ψυχολόγο από το Oxford. Ακόμη και αν η ΓΣΘ δεν ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι αυτού του είδους η θεραπευτική έκταση, είχε μεγάλο αντίκτυπο.

Ωστόσο, είναι δύσκολο να διώξουμε την αίσθηση ότι κάτι μεγάλο λείπει από το μοντέλο του ταλαιπωρημένου μυαλού μας. Εν τέλει, βιώνουμε τις δικές μας εσωτερικές ζωές και τις σχέσεις μας με τους άλλους, ως εξαιρετικά περίπλοκες. Βεβαίως, το σύνολο της ιστορίας των θρησκειών και της λογοτεχνίας είναι μια προσπάθεια για να καταπιαστεί το νόημα όλων αυτών και η νευροεπιστήμη αποκαλύπτει καθημερινά νέες λεπτές αποχρώσεις στη λειτουργία του εγκεφάλου. Θα μπορούσε η απάντηση στα συναισθήματα θλίψης που νιώθουμε, να είναι πραγματικά κάτι τόσο επιφανειακό στο άκουσμα όπως «ο εντοπισμός αυτόματων σκέψεων» ή «η τροποποίηση της ομιλίας προς τον εαυτό σας» ή «προκαλέστε τον εσωτερικό επικριτικό εαυτό σας»; Θα μπορούσε πραγματικά η θεραπεία να είναι τόσο προφανής ώστε να μπορούσατε να τη λάβετε όχι από έναν άνθρωπο, αλλά από ένα βιβλίο ή έναν υπολογιστή;

Πριν από μερικά χρόνια, αφού η ΓΣΘ είχε αρχίσει να κυριαρχεί στο θεραπευτικό τομέα της Βρετανίας, με φορολογούμενη χρηματοδότηση, μια γυναίκα, την οποία θα ονομάσω Rachel από το Oxfordshire, αναζήτησε θεραπεία στο NHS για την κατάθλιψη, μετά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού. Είχε σταλεί πρώτα για να παρακολουθήσει μια ομαδική παρουσίαση Power Point, που υποδείκνυε πέντε βήματα για να «βελτιωθεί η διάθεσή σας».Στη συνέχεια έλαβε ΓΣΘ από έναν θεραπευτή και, μεταξύ των συνεδριών, μέσω του υπολογιστή. «Δεν νομίζω ότι έχω νιώσει ποτέ τόσο μόνη και απομονωμένη,όσο όταν είχα ένα πρόγραμμα υπολογιστή να με ρωτά πώς ένιωθα σε μια κλίμακα από το ένα έως το πέντε και - αφού είχα κάνει κλικ στο θλιβερό emoticon στην οθόνη –να μου λέει ‘λυπάμαι που το ακούω αυτό’ με μία ηχογραφημένη φωνή», θυμήθηκε η Rachel. Η ολοκλήρωση των φύλλων εργασίας ΓΣΘ υπό την καθοδήγηση ενός ανθρώπου θεραπευτή, δεν ήταν καλύτερη. «Με την επιλόχεια κατάθλιψη», είπε, «περνάς από μια κατάσταση στην οποία εργάζεσαι, βγάζεις τα δικά σου χρήματα και κάνεις ενδιαφέροντα πράγματα, ώσπου ξαφνικά βρίσκεσαι στο σπίτι σου μόνη σου, ως επί το πλείστον καλυμμένη με εμετό,  χωρίς να υπάρχει ένας ενηλίκος για να του μιλήσεις». Αυτό που χρειαζόταν η Rachel, και καταλαβαίνει τώρα, ήταν μία πραγματική σχέση: αυτή η βασική, αν και δύσκολη να εκφραστεί, αίσθηση στην οποία ‘υπάρχεις’ μέσα στο μυαλό του άλλου προσώπου, ακόμη και μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα κάθε εβδομάδα.

Ο Jonathan Shedler θυμάται πού ήταν όταν συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι ίσως μπορούσε να υπάρχει κάτι στην ψυχαναλυτική ιδέα του νου, μια σφαίρα πολύ πιο σύνθετη, και ιδιόμορφη, από όσο οι περισσότεροι από εμάς μπορούμε να φανταστούμε.

Ήταν προπτυχιακός φοιτητής, στο κολέγιο στη Μασαχουσέτη, όταν ένας λέκτορας ψυχολογίας τον εξέπληξε με την ερμηνεία ενός ονείρου που είχε ο Shedler, σχετικά με την οδήγηση σε γέφυρες πάνω από λίμνες και σχετικά με την πρόβα καπέλων σε ένα κατάστημα, ως έκφραση του φόβου της εγκυμοσύνης. Ο λέκτορας ήταν απολύτως σωστός: ο Shedler και η κοπέλα του, της οποίας ήταν το όνειρο, περίμεναν εκείνη την περίοδο να μάθουν εάν η γυναίκα του ήταν έγκυος και απελπισμένα ήλπιζαν να μην είναι. Αλλά ο λέκτορας δεν γνώριζε τίποτα για αυτό το πλαίσιο, προφανώς ήταν απλώς ένας εξαιρετικός διερμηνέας του συμβολισμού των ονείρων. «Η επίδραση των λεγόμενών του δεν θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη», θυμήθηκε ο Shedler, «σαν τα λόγια του να είχαν προέλθει από ουράνιες τρομπέτες». Αποφάσισε ότι «αν υπήρχαν άνθρωποι στον κόσμο που κατάλαβαιναν τέτοια πράγματα, θα έπρεπε να είμαι και εγώ ένας από αυτούς».

Ωστόσο στην ακαδημαϊκή ψυχολογία, το πεδίο που εισήλθε μετά ο Shedler, αυτού του είδους ο ενθουσιασμός για τα μυστήρια του νου, δεν έχει θέση. Οι ερευνητές, κατέληξε, ήταν δεσμευμένοι στον ποσοτικό προσδιορισμό και τη μέτρηση, αλλά όχι στις εσωτερικές ζωές των πραγματικών ανθρώπων. Για να γίνει κάποιος ψυχαναλυτής χρειάζεται χρόνια εκπαίδευσης και είναι υποχρεωτικό να υποβληθείτε σε ανάλυση και ο ίδιος. Η μελέτη του μυαλού στο πανεπιστήμιο, αντιθέτως, απαιτεί μηδενική εμπειρία της πραγματικής ζωής. «Γνωρίζεις ότι πρέπει να έχεις 10.000 ώρες πρακτικής για να αναπτύξεις μία εξειδίκευση;» ρώτησε. «Λοιπόν, οι περισσότεροι από τους ερευνητές που κάνουν δηλώσεις [ σχετικά με τοποια θεραπεία ‘δουλεύει’] δεν έχουν ούτε 10 ώρες πρακτικής».

Η μετέπειτα έρευνα και συγγραφή του Shedler έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην υπονόμευση της άποψης ότι δεν υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις για την ψυχανάλυση. Αλλά είναι αναμφισβήτητο ότι οι πρώτοι ψυχαναλυτές ήταν περιφρονητικοί σχετικά με την έρευνα: είχαν την τάση να βλέπουν τους εαυτούς τους ως στρατευμένους επαγγελματίες μίας ανατρεπτικής τέχνης που απαιτούσε να τη φροντίζουν σε ειδικευμένα ιδρύματα που στην πράξη σήμαινε το σχηματισμό της κλίκας ιδιωτικών φορέων και σπανίως να αλληλεπιδρούν με τους πανεπιστημιακούς ερευνητές.

Έτσι, η έρευνα στη δεκαετία του 1990 σχετικά με τις γνωστικές προσεγγίσεις πήρε ένα μεγάλο προβάδισμα, προτού οι εμπειρικές μελέτες της ψυχαναλυτικής τεχνικής αρχίσουν να υπαινίσονται ότι η γνωστική επικρατούσα άποψη θα μπορούσε να είναι εσφαλμένη. Το 2004, μια μετα-ανάλυση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η βραχυπρόθεσμη ψυχαναλυτική προσέγγιση ήταν τουλάχιστον τόσο καλή όσο άλλες προσεγγίσεις για πολλές παθήσεις, αφήνοντας τους θεραπευόμενους σε καλύτερη θέση από το 92% του συνόλου των ασθενών πριν από τη θεραπεία. Το 2006, μια μελέτη παρακολούθησης περίπου 1.400 ατόμων που έπασχαν από κατάθλιψη, άγχος και σχετικές διαταραχές, αποφάνθηκε και αυτή υπέρ των βραχυπρόθεσμων ψυχοδυναμικών θεραπειών. Και μια μελέτη του 2008 για τη μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο το 13% των ψυχοδυναμικών ασθενών είχαν ακόμη τη διάγνωση πέντε χρόνια μετά το τέλος της θεραπείας, σε σύγκριση με το 87% των άλλων.

Οι μελέτες αυτές δεν συνέκριναν πάντα τις ψυχαναλυτικές θεραπείες με τις γνωστικές και η σύγκριση γίνεται συχνά με τον όρο «συνήθη θεραπεία». Αλλά ξανά και ξανά, όπως είχε υποστήριξει ο Shedler, οι χαρακτηριστικότερες διαφορές μεταξύ των δύο, αναδύονται κάποια στιγμή, αφού η θεραπεία έχει τελειώσει. Ρωτήστε πώς νιώθουν οι άνθρωποι ακριβώς αφού τελειώσει η θεραπεία τους και θα δείτε ότι η ΓΣΘ φαίνεται πειστική. Ρωτήστε τους μήνες ή χρόνια αργότερα όμως και θα δείτε ότι τα οφέλη από τη ΓΣΘ έχουν συχνά εξασθενίσει, ενώ οι επιδράσεις των ψυχαναλυτικών θεραπειών παραμένουν ή και αυξάνονται, κάτι που υποδηλώνει ότι μπορεί να αναδιαρθρώνει την προσωπικότητα μεένα διαρκή τρόπο και όχι απλώς να βοηθά τους ανθρώπους να διαχειριστούν τις διαθέσεις τους. Στη μελέτη του NHS που διεξήχθη στην κλινική Tavistock του προηγούμενου έτους, οι χρόνια καταθλιπτικοί ασθενείς που λάμβαναν ψυχαναλυτική θεραπεία είχαν 40% περισσότερες πιθανότητες να υπεισέλθουν σε μερική ύφεση, κατά τη διάρκεια κάθε περιόδου έξι μηνών από την έρευνα, από ό,τι εκείνοι που λάμβαναν άλλες θεραπείες.

Παράλληλα με αυτό το αυξανόμενο δείγμα στοιχείων, οι ερευνητές έχουν αρχίσει να θέτουν αιχμηρές ερωτήσεις σχετικά με τις μελέτες που τροφοδότησαν την αρχική άνοδο της ΓΣΘ. Σε ένα προκλητικό άρθρο του 2004, ο ψυχολόγος Drew Westen και οι συνεργάτες του, έδειξαν πώς οι ερευνητές, υπαγορευμένοι από την επιθυμία για ένα πείραμα με σαφώς ερμηνεύσιμα αποτελέσματα, συχνά απέκλειαν μέχρι και τα δύο τρίτα των πιθανών συμμετεχόντων, συνήθως επειδή είχαν πολλαπλά ψυχολογικά προβλήματα. Η πρακτική αυτή είναι κατανοητή: όταν ένας ασθενής έχει περισσότερα από ένα πρόβλημα, είναι πιο δύσκολο να επιλυθείτο νήμα της αιτίας και του αποτελέσματος. Αλλά αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι άνθρωποι που συμμετέχουν στις έρευνες δεν πληρούν τα τυπικά κριτήρια.

Στην πραγματική ζωή, τα ψυχολογικά προβλήματα μας είναι περίπλοκα ενσωματωμένα στην προσωπικότητά μας. Το θέμα που τίθεται στη θεραπεία (ας πούμε η κατάθλιψη) μπορεί να μην είναι αυτό που προκύπτει μετά από αρκετές συνεδρίες (για παράδειγμα, η ανάγκη να συμβιβαστείτε με ένα σεξουαλικό προσανατολισμό που φοβάστε ότι η οικογένειά σας δεν θα δεχτεί). Επιπλέον, ορισμένες μελέτες έχουν φανεί μερικές φορές να πηγαίνουν προς λάθος κατεύθυνση, όπως όταν η ΓΣΘ έχει συγκριθεί με την «ψυχοδυναμική θεραπεία» που γινόταν από μεταπτυχιακούς φοιτητές που είχαν λάβει μόνο λίγες ημέρες βιαστικής κατάρτισης σε αυτή, από άλλους φοιτητές.

Όμως, η πιο εμπρηστική κατηγορία εναντίον των γνωστικών προσεγγίσεων, από τους λαμπαδηδρόμους της ψυχανάλυσης, είναι ότι μπορεί να κάνουν τα πράγματα χειρότερα: ότι η εξεύρεση τρόπων για τη διαχείριση των καταθλιπτικών ή αγχωτικών σκέψεων σας, για παράδειγμα, μπορεί απλά να αντικαταστατήσει την προσπάθεια που θα κάνατε για να οδηγηθείτε προς το μεγάλο βήμα της αυτογνωσίας και της μόνιμης αλλαγής.

Η σιωπηρή υπόσχεση της ΓΣΘ είναι ότι υπάρχει ένας σχετικά απλός, σταδιακός τρόπος να αποκτήσετε κυριαρχία πάνω στα βασανιστικά συμπτώματα. Υπάρχει όμως ίσως κάτι περισσότερο που μπορεί να προκύψει από την αναγνώριση του πόσο λίγο έλεγχο έχουμε πραγματικά πάνω στις ζωές μας, τα συναισθήματά μας και τις ενέργειες των άλλων ανθρώπων; Η υπόσχεση αυτή είναι σαγηνευτική, όχι μόνο για τους ασθενείς αλλά επίσης και για τους θεραπευτές. «Οι πελάτες είναι ανήσυχοι για τη θεραπευτική διεργασία και οι άπειροι θεραπευτές είναι ανήσυχοι, διότι δεν έχουν ιδέα τι να κάνουν», γράφει ο ψυχολόγος των ΗΠΑ Louis Cozolino σε ένα νέο βιβλίο, Why Therapy Works. «Ως εκ τούτου, είναι παρήγορο και για τα δύο μέρη να έχουν ένα έργο πάνω στο οποίο μπορούν να επικεντρωθούν».

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι κύριοι υποστηρικτές της ΓΣΘ απορρίπτουν τις περισσότερες από αυτές τις επικρίσεις, υποστηρίζοντας ότι είναι ήδη διαστρεβλωμένες ως επιφανειακές, και ότι κάποια μείωση στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας είναι αναμενόμενη, επειδή έχει παρουσιάσει τρομακτική αύξηση στην εφαρμογή της. Στις πρώτες μελέτες χρησιμοποιούνταν μικρά δείγματα και πρωτοποριακοί θεραπευτές, ενθουσιασμένοι με τη νέα προσέγγιση.

Πιο πρόσφατες μελέτες χρησιμοποιούν μεγαλύτερα δείγματα, και αναπόφευκτα συμπεριλαμβάνουν θεραπευτές με ένα ευρύτερο φάσμα επιπέδων ταλέντου. «Οι άνθρωποι που λένε ότι η ΓΣΘ είναι επιφανειακή έχουν χάσει το νόημα», δήλωσε η Trudie Chalder, καθηγήτρια της γνωστικής συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας στο King College του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής, Ψυχολογίας και Νευροεπιστημών στο Λονδίνο, η οποία υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ενιαία θεραπεία που να είναι η καλύτερη για όλες τις ασθένειες. «Ναι, στοχεύετε στις πεποιθήσεις των ανθρώπων, αλλά στοχεύετε εύκολα προσβάσιμες πεποιθήσεις. Δεν είναι μόνο πεποιθήσεις τύπου ‘Ω, αυτός με κοίταξε παράξενα, οπότε δεν πρέπει να του αρέσω’ είναι πεποιθήσεις όπως ‘Είμαι ένα απωθητικό πρόσωπο’, οι οποίες μπορεί να προκύψουν από την πρώιμη εμπειρία. Το παρελθόν είναι σημαντικό και χρειάζεται να λαμβάνεται κατά πολύ υπόψη».

Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά δεν θα επιλυθεί από την εκδίκαση μεταξύ συγκρουόμενων μελετών: είναι κάτι βαθύτερο από αυτό. Οι ερευνητές μπορεί να φθάσουν σε εξωφρενικά διαφορετικά συμπεράσματα σχετικά με το ποιες θεραπείες έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα. Αλλά τι μπορεί να υπολογιστεί ως ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα;

Οι μελέτες μετρούν την ανακούφιση από τα συμπτώματα...κι όμως μια κρίσιμη προϋπόθεση της ψυχανάλυσης είναι ότι υπάρχει κάτι περισσότερο στη ζωή με νόημα από το να είναι κάποιος ελεύθερος από συμπτώματα. Κατ’ αρχήν, μπορείτε να νιώσετε στο τέλος μίας ψυχαναλυτικής συνεδρίας ακόμα και πιο λυπημένοι, αν και σοφότεροι, με περισσότερη συνείδηση των υποσυνείδητων απαντήσεών σας και να ζείτεμε ένα πιο ενεργό τρόπο και να θεωρείτε την εμπειρία ως μια επιτυχία. Ο Freud είχε δήλωσε ότι στόχος του ήταν η μετατροπή της «νευρωτικής δυστυχίας σε κοινή δυστυχία». Ο Καρλ Γιουνγκ είπε ότι «η ανθρωπότητα χρειάζεται δυσκολίες:. Είναι απαραίτητες για την υγεία». Η ζωή είναι σκληρή. Θα πρέπει να σκεφτόμαστε με θεραπευτικούς όρους για τα οδυνηρά συναισθήματα;

Υπάρχει κάτι βαθιά ελκυστικό στην ιδέα ότι η θεραπεία δεν πρέπει να προσεγγίζεται ως ένα θέμα της επιστήμης, ότι οι προσωπικές ζωές μας είναι πολύ ιδιαίτερες για να υποβληθούν στην αμείλικτη γενίκευση, με την οποία η επιστήμη πρέπει να προχωρήσει. Αυτό το συναίσθημα μπορεί να εξηγηθεί μέσα από τις ιστορίες του βιβλίου του ψυχαναλυτή Stephen Grosz. Τα κεφάλαια του βιβλίου του, δεν περιλαμβάνουν αποτελέσματα πειραμάτων ή κλινικές διάγνωσεις, αλλά ιστορίες, πολλές από τις οποίες περιλαμβάνουν ένα τράνταγμα διορατικότητας όταν ο  ασθενής λαμβάνει ξαφνικά μια αίσθηση του βάθους που μαθαίνει ότι κατέχει. Υπάρχει αυτός ο άνθρωπος που βρίσκεται σε μία ψυχαναγκαστική δίνη, σε μια προσπάθεια για μυστική οικειότητα με αυτούς που προσπαθεί να πείσει να ενωθούν στο δόλο, όπως η μητέρα του, η οποία έκρυβε αποδεικτικά στοιχεία της ενούρησης του. Υπάρχει και εκείνη η γυναίκα που επιτέλους καταλαβαίνει με πόση προσπάθεια αρνούνταν τα αποδεικτικά στοιχεία της απιστίας του συζύγου της, όταν αντιλήφθηκε πόσο όμορφα είχε στοιβάξει κάποιος τα πιάτα στο πλυντήριο πιάτων.

«Κάθε ζωή είναι μοναδική και ο ρόλος σας, ως ψυχαναλυτής, είναι να βρείτε τη μοναδική ιστορία του ασθενούς», μου είπε ο Grosz. «Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που έρχονται μόνο μέσα από ολισθήματα της γλώσσας, μέσω κάποιας εκμυστηρεύσης μιας φαντασίωσης ή τη χρησιμοποίηση μιας συγκεκριμένης λέξης». Η δουλειά του ψυχαναλυτή είναι να μείνει άγρυπνα δεκτικός σε όλα και, στη συνέχεια, από τα εν λόγω συστατικά «να βοηθήσει τους ανθρώπους να βγάλουν νόημα στη ζωή τους».

Παραδόξως, ίσως, η πρόσφατη υποστήριξη για αυτή τη φαινομενικά αντιεπιστημονική άποψη, έχει προκύψει από την πιο εμπειρική γωνιά της μελέτης του νου: τη νευροεπιστήμη. Πολλά πειράματα νευροεπιστήμης έχουν δείξει ότι ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις πληροφορίες, πολύ πιο γρήγορα από ό,τι η συνείδηση ​​μπορεί να παρακολουθήσει, έτσι ώστε αμέτρητες νοητικές διεργασίες τρέχουν, όπως λέει η φράση του νευροεπιστήμονα David Eagleman, «κάτω από το καπό» - αθέατες από το συνειδητό μυαλό στη θέση οδήγησης. «Για το λόγο αυτό από τη στιγμή που γίνεται κατανοητή μια εμπειρία, έχει ήδη υποστεί πολλές φορές επεξεργασία, έχει ενεργοποιήσει μνήμες και έχει ξεκίνησε πολύπλοκα σχήματα συμπεριφοράς».

Ανάλογα με την ερμηνεία των στοιχείων, φαίνεται ότι μπορούμε να κάνουμε αμέτρητα σύνθετα πράγματα - από την εκτέλεση νοητικής αριθμητικής, να πατήσουμε τα φρένα ενός αυτοκινήτου για να αποφύγουμε μια σύγκρουση, να κάνουμε την επιλογή του συντρόφου για το γάμο μας - πριν αντιληφθούμε ότι τις έχουμε κάνει. Αυτό δεν συμβαδίζει σωστά με μια βασική παραδοχή της ΓΣΘ ότι, με την εκπαίδευση, μπορούμε να μάθουμε να εντοπίζουμε έγκαιρα το μεγαλύτερο μέρος των ψυχικών απαντήσεών μας. Αντίθετα, φαίνεται να επιβεβαιώνει την ψυχαναλυτική διαίσθηση ότι το ασυνείδητο είναι τεράστιο, έχει τον έλεγχο και ότι ζούμε, αναπόφευκτα, μέσα από τους φακούς που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν, το οποίο μπορούμε μόνο να ελπίζουμε να τροποποιήσουμε μερικώς, αργά και με μεγάλη προσπάθεια.

Ίσως η μόνη αδιαμφισβήτητη αλήθεια που θα προκύψει από τις διαφορές μεταξύ των ψυχοθεραπευτών είναι ότι ακόμα δεν έχουμε και καμία ιδέα πώς λειτουργεί ο εγκέφαλός μας. Όταν πρόκειται για τη βελτίωση της ψυχικής οδύνης, «είναι σαν να έχουμε ένα σφυρί, ένα πριόνι, ένα πιστόλι καρφώματος και μια βούρτσα τουαλέτας και επειδή αυτό το κουτί δεν λειτουργεί πάντα σωστά, συνεχίζουμε να το χτυπάμε με το καθένα από αυτά τα εργαλεία για να δούμε τι λειτουργεί», είπε ο Jules Evans, διευθυντής πολιτικής του Κέντρου για την Ιστορία των Συναισθημάτων στο Πανεπιστήμιο Queen Mary, του Λονδίνου.

Αυτός μπορεί να είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί μελετητές έχουν συνταχθεί σε ό,τι έχει γίνει γνωστό ως η «ετυμηγορία του πουλιού Ντόντο»: η ιδέα, που υποστηρίζεται από ορισμένες μελέτες, είναι ότι το συγκεκριμένο είδος της θεραπείας κάνει μικρή διαφορά. (Το όνομα προέρχεται από την απαγγελία του Dodo στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων: «Όλοι έχουν κερδίσει και όλοι πρέπει να πάρουν βραβεία».)

Αυτό που φαίνεται να έχει περισσότερο σημασία είναι: η παρουσία ενός ειδικού θεραπευτή με συναίσθηση και ενός θεραπευόμενου δεσμευμένου να αλλάξει. Αν μία θεραπεία είναι καλύτερη από όλες τις άλλες για όλα ή ακόμα και για τα περισσότερα προβλήματα, δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί.

Ωστόσο, ακόμη και αν δεχθούμε το συμπέρασμα ότι δεν γνωρίζουμε ποιες θεραπείες λειτουργούν καλύτερα, θα μπορούσε αυτό να θεωρηθεί ως ένα σημείο υπέρ του Freud και των διαδόχων του. Η ψυχανάλυση, εν τέλει, ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη ταπεινοφροσύνη για το πόσο λίγο μπορούμε ποτέ να κατανοήσουμε για τη λειτουργία του μυαλού μας. Ο άνθρωπος Freud σκαρφάλωσε στα ύψη της αλαζονείας. Αλλά η κληρονομιά του είναι μια υπενθύμιση ότι δεν πρέπει οπωσδήποτε να αναμένουμε ότι η ζωή θα είναι μόνο ευτυχία, ούτε να υποθέσουμε ότι γνωρίζουμε πραγματικά τι συμβαίνει στο εσωτερικό μας, μάλιστα, συχνά επενδύουμε συναισθηματικά βαθιά στη διατήρηση της άγνοιας ανησυχητικών αληθειών.

«Αυτό που συμβαίνει στη θεραπεία», δήλωσε ο Pollens, «είναι ότι οι άνθρωποι έρχονται ζητώντας βοήθεια και στη συνέχεια το επόμενο πράγμα που κάνουν είναι να προσπαθούν να σε αποτρέψουν από το να τους βοηθήσεις». Το χαμόγελό του άφησε να εννοηθεί το στοιχείο του παραλογισμού της κατάστασης και ίσως σε όλη την θεραπευτική διεργασία. «Πώς λοιπόν μπορούμε να βοηθήσουμε έναν άνθρωπο όταν αυτός σας έχει πει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: ‘Μην με βοηθήσεις’; Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος της ψυχαναλυτικής θεραπείας».

Πηγή: theguardian.com/science
Απόδοση–Επιμέλεια: Ομάδα psychologynow