Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Η στέβια εισβάλλει στη βιομηχανία των γλυκών

«Πράσινο» από την ΕΕ για τη χρήση της σε τρόφιμα και ποτά - Χαρακτηρίζεται το φυτό της νέας χιλιετίας και υπόσχεται σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης στους παραγωγούς Σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης εμφανίζει η εναλλακτική καλλιέργεια της στέβιας στη χώρα μας, μετά μάλιστα την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εγκρίνει τη χρήση της ως γλυκαντική ουσία σε τρόφιμα και ποτά. Μάλιστα, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, στο πλαίσιο προώθησης καινοτόμων καλλιεργειών, άρχισε ήδη να διερευνά τις δυνατότητες που προσφέρει η καλλιέργεια της στέβιας στην Ελλάδα για εμπορική χρήση, εξετάζοντας και την ένταξή της σε χρηματοδοτικά προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης για την επερχόμενη περίοδο. Η στέβια, που χαρακτηρίζεται από πολλούς το φυτό της νέας χιλιετίας, παράγει μια γλυκαντική ουσία με μηδέν θερμίδες, που, όπως όλα δείχνουν, σύντομα θα υποκαταστήσει τη ζάχαρη. Είναι ένα τροπικό, ποώδες φυτό, που καλλιεργείται σε τεράστιες εκτάσεις στη Λατινική Αμερική και η κρυσταλλική ουσία που παράγει είναι έως και 300 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, με μηδενική περιεκτικότητα σε θερμίδες και υπόσχεται να αντικαταστήσει καλλιέργειες που φθίνουν, και κυρίως τον καπνό αλλά και το ζαχαρότευτλο. Μάλιστα η καλλιέργεια του αποδεικνύεται όχι μόνο πιο οικονομική, αλλά εξασφαλίζει και μεγαλύτερα κέρδη για τους αγρότες. Ηδη άλλωστε η στέβια χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων και αναψυκτικών. Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, η αντίδραση της πολυεθνικής Coca-Cola στην Ευρώπη που καλωσόρισε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εγκρίνει τη χρήση των γλυκοζιτών στεβιόλης (στέβια) ως γλυκαντικής ύλης σε τρόφιμα και ποτά. Και αυτό γιατί, όπως επεσήμανε η εταιρεία, η συγκεκριμένη απόφαση ανοίγει τον δρόμο, ώστε η εταιρεία να προσφέρει περισσότερα απολαυστικά προϊόντα με λιγότερες θερμίδες. Δεδομένου μάλιστα ότι η στέβια ως γλυκαντική ύλη για χρήση σε τρόφιμα και ποτά έχει εγκριθεί στη Γαλλία από το 2009, η πολυεθνική «The Coca-Cola Company» ήταν μία από τις πρώτες εταιρείες στην Ευρώπη που λάνσαρε ρόφημα με συνδυασμό στέβια και άλλων γλυκαντικών φυσικής προέλευσης. Το γνωστό αναψυκτικό «Fanta Χωρίς Ανθρακικό» διατίθεται από το 2010 στους Γάλλους καταναλωτές με 30% λιγότερη ζάχαρη, περιέχοντας στέβια. Μπορεί σήμερα η ζάχαρη και οι χημικές ουσίες, όπως η ασπαρτάμη, να κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά των γλυκαντικών ουσιών, όμως η στέβια, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι θέμα χρόνου να τις εκτοπίσει και να αποσπάσει μεγάλα μερίδια αγοράς. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Eνωσης συνιστούν μια πολύ μεγάλη αγορά κατανάλωσης ζάχαρης και γλυκαντικών, όπου η κατανάλωση της τευτλοζάχαρης ανέρχεται στα περίπου 31 εκατομμύρια τόνους (κατέχει το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης, που ανέρχεται γύρω στα 160 εκατομμύρια τόνους ζάχαρης). Την απάντηση στο ερώτημα αν η στέβια μπορεί να καλλιεργηθεί στη χώρα μας την έχουν δώσει το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και το ΚΕΤΕΑΘ (Κέντρο Eρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης Θεσσαλίας), που ασχολήθηκαν συστηματικά τα τελευταία χρόνια με την επιστημονική έρευνα της ζάχαρης του μέλλοντος. Οι πρώτες δοκιμαστικές καλλιέργειες στέβιας που αναπτύχθηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας έφεραν πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα, αποδεικνύοντας ότι οι παραγωγοί θα μπορούν στο μέλλον αντί για ζαχαρότευτλα να καλλιεργούν στέβια, ώστε να παράγουν ζάχαρη. Για την ανάπτυξη αυτών των φυτών το κόστος παραγωγής είναι ιδιαίτερα χαμηλό, καθώς απαιτούνται μικρές ποσότητες νερού, χαμηλή λίπανση, ενώ η συγκομιδή είναι πολύ εύκολη έναντι, παραδείγματος χάριν, του καπνού. Το πρόγραμμα πειραματικής καλλιέργειας στέβιας ξεκίνησε προ ετών σε πέντε περιοχές (Καρδίτσα, Ξάνθη, Κιλκίς, Αγρίνιο και Λαμία), με ευθύνη του καθηγητή Γεωπονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Π. Λώλα. Η στέβια, όπως διαπιστώθηκε, προσαρμόζεται και αποδίδει ικανοποιητικά στις κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της χώρας μας, με χαμηλές απαιτήσεις σε λίπανση και άρδευση, ενώ δεν δείχνει να προσβάλλεται από εχθρούς (έντομα) και αρρώστιες. Επίσης, θεωρείται πολύ πιο προσοδοφόρα από πολλές παραδοσιακές ελληνικές καλλιέργειες (βαμβάκι, σιτάρι, καλαμπόκι, ζαχαρότευτλα, καπνός, ηλίανθος κ.ά.), παράγεται χωρίς φυτοφάρμακα, ενώ η καλλιέργεια είναι λιγότερο κουραστική και με λιγότερες απαιτήσεις σε εργατικά χέρια. Η στέβια καλλιεργείται σε τεράστιες εκτάσεις σε Παραγουάη, Βραζιλία και Αργεντινή, ενώ καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες σε Καναδά, Αυστραλία, Ιαπωνία, Κορέα, Ισραήλ και Μαλαισία. Πολλαπλάσιες οι γλυκαντικές ουσίες Τα φύλλα της στέβιας περιέχουν διάφορες φυσικές γλυκαντικές ουσίες, όπως η στεβιοσίδη και η ρεμπαουδιοσίδη, που την καθιστούν 60-80 φορές γλυκύτερη από την κοινή ζάχαρη, ενώ το τελικό προϊόν της, που εξάγεται με τη μέθοδο της εκχύλισης, είναι έως και 300 φορές γλυκύτερο. Δηλαδή ένα κουταλάκι του τσαγιού εκχύλισμα στέβιας έχει την ίδια γλυκαντική ικανότητα με περίπου ένα φλιτζάνι ζάχαρη. Ενώ όμως η ζάχαρη περιέχει υδατάνθρακες και αποδίδει 4 θερμίδες ανά γραμμάριο, η στέβια δεν περιέχει κανενός είδους θερμιδογόνο συστατικό, επομένως δεν αποδίδει καθόλου θερμίδες σε οποιαδήποτε ποσότητα κατανάλωσης. Αποτελεί μια εναλλακτική πρόταση για τα άτομα που τρώνε πολλή ζάχαρη, προσέχουν τη σιλουέτα τους ή πρέπει να ελέγχουν την πρόσληψη σακχάρων και θερμίδων, π.χ. διαβητικοί και παχύσαρκοι. Υποκατάστατο Σήμερα τα εκχυλίσματά της χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο της κοινής, κρυσταλλικής ζάχαρης και αντί άλλων φυσικών ή συνθετικών γλυκαντικών υλών σε ροφήματα, αναψυκτικά διαίτης, ηδύποτα, γλυκίσματα, διαιτητικά τρόφιμα, τρόφιμα για διαβητικούς και ειδικά προϊόντα διατροφής. Σε αντίθεση με αρκετές άλλες γλυκαντικές ύλες, η στέβια δεν αλλοιώνεται και δεν χάνει τη γλυκύτητά της, ακόμα κι όταν μαγειρεύεται σε θερμοκρασίες έως και 200 βαθμούς Κελσίου. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υποκαταστήσει τη ζάχαρη σε ένα πιο ευρύ φάσμα τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων καυτών ροφημάτων και γλυκών που απαιτούν βράσιμο (π.χ. μαρμελάδες) ή ψήσιμο. Χωρίς μεγάλες απαιτήσεις η καλλιέργεια Η στέβια είναι μια καλλιέργεια που γίνεται χωρίς υψηλές απαιτήσεις σε εισροές, λιγότερο «κουραστική», πολύ πιο προσοδοφόρα απ' ό,τι πολλές παλιές καλλιέργειες (σιτάρι, βαμβάκι, ζαχαρότευτλα, καλαμπόκι, ηλίανθος, καπνός κ.ά.) και μάλιστα οικονομικά αυτοδύναμη καλλιέργεια, χωρίς να χρειάζεται επιδότηση από την ΕΕ. Οπως επισημαίνει στις «Επαγγελματικές Ευκαιρίες» ο γεωπόνος Παντελής Κωνσταντινίδης, η στέβια μεγαλώνει σε ελαφρά αμμώδη, ελαφρώς όξινα εδάφη. Σπέρνεται τον Απρίλιο, μεταφυτεύεται -όπως και ο καπνός- τον Μάιο και συλλέγεται τον Σεπτέμβριο. Επιπλέον, με τις μειωμένες απαιτήσεις σε εισροές (νερό, λιπάσματα, κανένα φυτοφάρμακο) προσιδιάζει περισσότερο στη βιολογική γεωργία και τη γεωργία μειωμένων εισροών. Η κύρια χρήση της στέβιας είναι η εξαγωγή από τα φύλλα της, χλωρά ή ξηρά, των φυσικών γλυκαντικών ουσιών στεβιοσίδη, ρεμπαουδιοσίδη κ.ά. Η στεβιοσίδη και η ρεμπαουδιοσίδη, μόνες τους ή μαζί, είναι μια λευκή, μικροκρυσταλλική ουσία, όπως και η κοινή ζάχαρη, αλλά με μηδέν θερμίδες και 200-300 φορές πιο γλυκιά, ανάλογα με τη συγκέντρωση καθεμίας από τις γλυκαντικές ουσίες. Γι' αυτό και η στεβιοσίδη αναφέρεται και ως «ζάχαρη της στέβιας». Η καλλιέργεια της στέβιας θεωρείται, σύμφωνα με τους ειδικούς, ότι μπορεί να συμβάλει στη διαφοροποίηση της ελληνικής γεωργίας, καθώς και στην αξιοποίηση πολλών γεωργικών εκτάσεων που εγκαταλείφθηκαν ή είναι σε αγρανάπαυση. Μερικές πολύ χρήσιμες φυσικές χημικές ουσίες της στέβιας είναι οι φυτοστερόλες, η γιββερελλίνη (φυτοορμόνη), η χλωροφύλλη (φυσική χρωστική), οι βιταμίνες Α και C, τα φλαβονοειδή, αντιοξειδωτικά κ.ά. Τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα αγγίζουν τα έσοδα Αποδόσεις σε έσοδα που φτάνουν τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα υπόσχεται η δυναμική καλλιέργεια της στέβιας. Με τις σημερινές τιμές που ισχύουν στις αγορές του εξωτερικού για τα φύλλα ή τη ζάχαρή της, η στέβια δείχνει ικανή να εξασφαλίσει ικανοποιητικό εισόδημα και απασχόληση, χωρίς καμία επιδότηση. Μάλιστα, ακριβώς επειδή δεν έχει σοβαρούς εχθρούς ή ασθένειες, ενδείκνυται για βιολογική ή ολοκληρωμένη παραγωγή και έτσι θεωρείται πράσινη καλλιέργεια. Το κόστος προετοιμασίας και εγκαταστάσεων κάθε άλλο παρά απαγορευτικό είναι, σύμφωνα με τον καθηγητή του Τμήματος Γεωπονίας, Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Πέτρο Λόλα. Με τρέχουσες τιμές το αρχικό κόστος ανά στρέμμα ανέρχεται σε περίπου 400 ευρώ τον πρώτο χρόνο, με τα κόστη να περιορίζονται σημαντικά στη διάρκεια των επόμενων ετών. Η τιμή ανά κιλό ξηρών φύλλων κυμαίνεται από 1 έως 2,5 ευρώ, με την παραγωγή ανά στρέμμα να ξεκινά από 100-150 κιλά και να φτάνει τα 400-450 κιλά, εφόσον ο παραγωγός τηρεί όλους τους κανόνες. Η απόδοση δηλαδή μπορεί υπό συνθήκες να ξεπεράσει και τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα. Σπορά - μεταφύτευση Επειδή πάντως η καλλιέργεια της Stevia είναι όμοια με την καλλιέργεια του καπνού και δεν διαφέρει σε τίποτε, αφού σπέρνεται στο σπορείο και μεταφυτεύεται στο χωράφι, οι πρώην καπνοπαραγωγοί -σύμφωνα με τον γεωπόνο Κων/νο Ζαχοκώστα- μπορούν να αξιοποιήσουν τα υπάρχοντα μηχανήματα και τις εγκαταστάσεις αποξήρανσης και για την καλλιέργεια της στέβιας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η στέβια πολλαπλασιάζεται με τρεις τρόπους: Με σπόρους, με μοσχεύματα και με χωρισμό του ριζικού συστήματος από φυτείες προηγούμενων ετών. Το φυτό που προέρχεται από σπόρο περνά τις πρώτες μέρες της ανάπτυξής του στο σπορείο, όπου παραμένει για δύο μήνες έως ότου αποκτήσει το κατάλληλο μέγεθος για να μεταφυτευθεί. Από τη στιγμή που θα μεταφερθούν θα χρειαστούν 75 έως 90 ημέρες για να μπορέσουν τα φύλλα να συλλεχθούν. Η άνθιση ξεκινά μετά τις 75 ημέρες από τη μεταφύτευση, όπου κρίνεται ότι είναι το πιο κατάλληλο χρονικό σημείο για τη συλλογή των φύλλων, καθώς έχει παρατηρηθεί πως το ποσοστό των γλυκαντικών ουσιών είναι τότε σχετικά υψηλό. Κώστας Νάνος