Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Το τέλος του φθηνού πετρελαίου

Του Dr. Hans-Jorg Beilharz Η παραγωγή πετρελαίου δεν μπορεί να αυξάνεται κατά βούληση, όμως η παγκόσμια ζήτηση συνεχίζει να διογκώνεται. Πρόκειται για μία ρευστή κατάσταση, καθώς οι συνεχιζόμενες εντάσεις στις αγορές πετρελαίου αυξάνουν την έκθεση της παγκόσμιας οικονομίας στις κρίσεις. Η ασφάλιση πρέπει να έχει μία ανάλογη ανταπόκριση. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση έχει βρεθεί στο επίκεντρο όλων των συζητήσεων περί οικονομικής πολιτικής. Συνεπώς, η συζήτηση έχει πρωτίστως εστιάσει σε χρηματοοικονομικά θέματα, όπως η ρύθμιση των χρηματοοικονομικών αγορών, τα εθνικά χρέη και οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών. Σχετικά περιορισμένη προσοχή δόθηκε σε μία ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη στην πραγματική οικονομία, ήτοι την αυξανόμενη ανεπάρκεια πετρελαίου, όπως φαίνεται από τη σαφέστατη αύξηση τιμών τα τελευταία δέκα χρόνια. Οι καθοριστικοί παράγοντες στην αγορά πετρελαίου μεταβάλλονται Γιατί όμως ο κόσμος δίνει σχετικά λίγη σημασία στην αυξανόμενη ανεπάρκεια του πετρελαίου; Σε αντίθεση με το παρελθόν, οι αυξήσεις τιμών που παρατηρήθηκαν, για πολλά χρόνια, δεν συνοδεύονταν από μία παγκόσμια επιβράδυνση της ανάπτυξης. Το αντίθετο μάλιστα, η αυξανόμενη ανεπάρκεια σχετίζεται με μεγαλύτερη ζήτηση στις αναδυόμενες αγορές, που αναμένεται να συνεχιστεί για αρκετό καιρό και έτσι, με μία θετική παγκόσμια οικονομική τάση. Ωστόσο, το ρόλο τους παίζουν και οι περιορισμοί στην προσφορά, καθώς γεωλογικές συνθήκες εμποδίζουν τις αυθαίρετες αυξήσεις του ετήσιου ρυθμού παραγωγής. Η τάση αυτή πιθανότατα θα συνεχιστεί, γεγονός το οποίο ενδέχεται να σημαίνει ότι οι τιμές πετρελαίου έχουν φτάσει σε μη αναστρέψιμα υψηλά επίπεδα. Μια δεκαετία χαμηλών τιμών, όπως η δεκαετία του 1990, φαντάζει τώρα εξαιρετικά απίθανη. Αυτός, ενδεχομένως, να είναι και ένας παράγων μεσοπρόθεσμης παράτασης της τρέχουσας αστάθειας στην παγκόσμια οικονομία. Ανεπάρκεια πετρελαίου είναι το πιθανότερο σενάριο Αυξανόμενη ανεπάρκεια πετρελαίου σημαίνει ότι η προσφορά δεν είναι πλέον σε θέση να ανταποκρίνεται στην αυξανόμενη ζήτηση, ωθώντας έτσι τις τιμές προς τα επάνω. Για να στηριχθεί αυτή η θεωρία της αυξανόμενης ανεπάρκειας, θα πρέπει να παρατηρούνται οι τάσεις τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης. Επί δεκαετίες, εμπειρογνώμονες διατυπώνουν απόψεις για το πόσο μεγάλα είναι τα συνολικά διαθέσιμα αποθέματα οικονομικά χρήσιμου αργού πετρελαίου και πώς θα διαμορφωθούν οι ρυθμοί παραγωγής (ήτοι, η παραγόμενη ποσότητα ανά μονάδα χρόνου), ενόψει των επικρατουσών γεωλογικών συνθηκών. Οι απόψεις διαφέρουν σημαντικά: από «οι ρυθμοί παραγωγής μπορούν να προσαρμοστούν, όπως απαιτείται, εντός διαστήματος μερικών ετών» μέχρι «οι ρυθμοί παραγωγής θα πέσουν δραματικά από εδώ και στο εξής». Ωστόσο, υπάρχουν ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι η πρώτη άποψη είναι μη ρεαλιστική και ότι τα μελλοντικά επίπεδα παραγωγής δεν μπορούν να αυξάνονται όπως στο παρελθόν. Από τη μία, εντοπίζονται ολοένα και λιγότερα πολύ μεγάλα (συμβατικά) πετρελαϊκά πεδία, που παραδοσιακά προσέφεραν το μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου πετρελαίου. Από τα περίπου 70.000 πετρελαϊκά πεδία στον κόσμο, τα 100 μεγαλύτερα παρέχουν περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής (UK Energy Research Centre, 2009). Το μέσο μέγεθος των νέων πετρελαϊκών πεδίων που ανακαλύπτονται, μειώνεται διαρκώς (Σχήμα 2, άξονας δεξιά), με αποτέλεσμα να είναι δυσκολότερο αυτά να αντισταθμίσουν την πτώση παραγωγής των παλαιότερων και μεγαλύτερων πεδίων. Πέραν τούτου, περισσότερα από τα μισά νέα πεδία που έχουν ανακαλυφθεί από την έναρξη της νέας χιλιετίας βρίσκονται σε πολύ μεγάλο βάθος (Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας, 2010) –με σημαντικά υψηλότερο κόστος εξόρυξης και παραγωγής σε σχέση με την ξηρά. Υψηλά κόστη εξόρυξης και παραγωγής έχουν και τα μη συμβατικά αποθέματα, π.χ. οι “άμμοι πετρελαίου” (oil sands) στον Καναδά, αποθέματα πολύ βαρέως πετρελαίου στη Βενεζουέλα, τα οποία σήμερα αποτελούν περίπου το 3% της παγκόσμιας παραγωγής. Είναι, συνεπώς, μάλλον απίθανο τα μη συμβατικά αποθέματα να είναι σε θέση να αντισταθμίσουν την πιθανή πτώση στη συμβατική παραγωγή. Σύμφωνα με μία πρόβλεψη του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Γεωεπιστημών και Φυσικών Πόρων (2010) –πρόβλεψη την οποία το ίδιο το Ινστιτούτο χαρακτηρίζει «αισιόδοξη»–, ακόμα και η ανάπτυξη των μη συμβατικών αποθεμάτων δεν θα ήταν ικανή να αποτρέψει την αμετάκλητη πτώση στη συνολική παραγωγή μετά από μία κορύφωση το 2035, το αργότερο. Από την άλλη, η ζήτηση για αργό πετρέλαιο θα συνεχίσει να αυξάνεται ραγδαία στο μέλλον. Το Σχήμα 3 δείχνει ότι η κατανάλωση πετρελαίου σε χώρες εκτός ΟΟΣΑ (αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες χώρες) αυξάνεται σημαντικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Θεωρούμε ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί, καθώς το κατά κεφαλήν εισόδημα σε πολλές από τις χώρες αυτές έχει ήδη ξεπεράσει ένα επίπεδο, πάνω από το οποίο συνήθως αυξάνεται η κατανάλωση πετρελαίου –και μάλιστα σε μεγάλο φάσμα εισοδημάτων και μάλλον ανεξάρτητα οικονομικών διακυμάνσεων. Με την παραδοχή ότι στο μέλλον η παγκόσμια παραγωγή θα αυξάνεται πιο αργά, ενώ θα συνεχιστεί η πίεση από τη ζήτηση, όπως κατά τα πρόσφατα χρόνια, η ανεπάρκεια προσφοράς θα συνεχιστεί, οδηγώντας σε διαρκώς αυξανόμενες τιμές πετρελαίου. Αυτό θα σηματοδοτήσει το τέλος εποχής για το φθηνό πετρέλαιο, παρόλο που μία προσωρινή πτώση των τιμών θα ήταν φυσικά πιθανή, στη διάρκεια μιας ύφεσης, για παράδειγμα. Οι συνέπειες: πιέσεις στα επιτόκια, αύξηση της δυναμικής κρατικών χρεών και μεγάλη ευπάθεια στις κρίσεις Στην έκθεση για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές του Απριλίου 2011, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διερευνούσε τις πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας αυξανόμενης ανεπάρκειας προσφοράς πετρελαίου. Η μελέτη έκανε την παραδοχή ότι στο μέλλον η τάση αύξησης της παραγωγής θα είναι πτωτική από 1% σε 0,8%, σε σχέση με το παρελθόν (1981 έως 2005). Αποτέλεσμα: σύμφωνα με αυτό το σενάριο, η τιμή του πετρελαίου θα αυξηθεί κατά πάνω από 50% σε σύντομο χρονικό διάστημα, συνεπεία της πτώσης αυτής, και θα τριπλασιαστεί σε βάθος 20 ετών σε σχέση με το σενάριο αναφοράς, κατά το οποίο διατηρούνται τα επίπεδα παραγωγής του παρελθόντος. Ως αποτέλεσμα των υψηλότερων τιμών, ο παγκόσμιος πλούτος θα μετακινείται ολοένα και περισσότερο προς τις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες. Και καθώς τα εισοδήματα πολλών πετρελαιοεξαγωγικών κρατών πάνε στα κρατικά ταμεία και βασικά τα κεφάλαια επενδύονται και δεν πάνε στην κατανάλωση, τα αποταμιευτικά κεφάλαια θα αυξηθούν παγκοσμίως, προκαλώντας μεγαλύτερες πιέσεις για μείωση των παγκόσμιων πραγματικών επιτοκίων. Επιπλέον, κάτι τέτοιο θα επηρεάσει αρνητικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πετρελαιοεισαγωγικών χωρών, όπως οι ΗΠΑ ή η ευρωζώνη. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερο κρατικό χρέος για τις χώρες αυτές. Η μελέτη του ΔΝΤ σκιαγραφεί τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας αυξανόμενης ανεπάρκειας πετρελαίου, με την παραδοχή ότι οι εθνικές οικονομίες θα είναι σε θέση να προσαρμοστούν ομαλά στη νέα κατάσταση. Αυτό θα σήμαινε πολύ περιορισμένη επίδραση της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό η μετάβαση να μην είναι δυνατόν να γίνει με ομαλό τρόπο και ότι, αντιθέτως, η παγκόσμια οικονομία να είναι βραχυ-μεσοπρόθεσμα επιρρεπής στις κρίσεις. Η κατάσταση αυτή θα συνεχίζεται μέχρι οι εθνικές οικονομίες να προσαρμόσουν τις τεχνολογίες τους στη νέα ανεπάρκεια και να μειώσουν ανάλογα την κατανάλωσή τους. Εάν η προσφορά πετρελαίου εξακολουθήσει να είναι περιορισμένη και η ζήτηση υψηλή, δεν θα είναι πλέον δυνατόν να αντισταθμίζονται μεγάλες διακοπές προσφοράς λόγω, για παράδειγμα, πολιτικών συγκρούσεων ή φυσικών καταστροφών, απλά και μόνο αυξάνοντας την προμήθεια από άλλες περιοχές. Σε έναν κόσμο καταχρεωμένων κρατών και ασταθών χρηματοοικονομικών αγορών, κάτι τέτοιο θα μπορούσε εύκολα να προκαλέσει υφέσεις. Ένα σενάριο με έκβαση παρόμοια με αυτή του 1973 φαντάζει όλο και πιο πιθανό: τότε, η τιμή του πετρελαίου τριπλασιάστηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ως αποτέλεσμα του πολέμου Yom Kippur και παρέμεινε για χρόνια σε υψηλά επίπεδα (Σχήμα 1), παρά την οικονομική ύφεση. Εντούτοις, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν σοβαρές διακοπές στην προσφορά, η αυξανόμενη ανεπάρκεια πετρελαίου θα επιτείνει την οικονομική αβεβαιότητα. Ολοένα συχνότερες διακυμάνσεις στις τιμές πετρελαίου λόγω μείωσης της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας μπορεί επίσης να επιδεινώσει την αστάθεια στις χρηματοοικονομικές αγορές, μέσω των χρηματιστηρίων εμπορευμάτων. Επιπλέον, μεγάλες ανισορροπίες στις τρέχουσες συναλλαγές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση της αλληλεξάρτησης δανειστή-πιστωτή μεταξύ χωρών και να εντείνουν ή ακόμα και να προκαλέσουν επικίνδυνες καταστάσεις, όπως η τρέχουσα κρίση χρέους του ευρώ. Η ασφάλιση μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση της μετά-ορυκτών καυσίμων εποχής Το επιχειρηματικό μοντέλο της ασφάλισης έχει να κάνει με τη διατήρηση επιχειρηματικών σχέσεων με όλους τους τομείς της οικονομίας και αυτό από μόνο του σημαίνει ότι μία αλλαγή στις υποκείμενες σχέσεις θα είχε άμεσο αντίκτυπο στον ασφαλιστικό κλάδο. Κατά τη διαχείριση όμως των επενδυτικών τους κινδύνων, οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τη μεγαλύτερη ευπάθεια της παγκόσμιας οικονομίας σε κρίσεις μεσοπρόθεσμα, για να διασφαλίσουν επαρκή κέρδη μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, ο ασφαλιστικός κλάδος μπορεί επίσης να παίξει ενεργό ρόλο, τόσο στον κατ’ εξοχήν κλάδο ενασχόλησής του όσο και ως μεγάλος παγκόσμιος επενδυτής. Για παράδειγμα, η Munich Re συμβάλλει με το ειδικό επενδυτικό της πρόγραμμα RENT (Renewable Energies and New Technologies) και με ασφαλιστικές λύσεις, όπως καλύψεις εγγύησης απόδοσης σε έργα ηλιακής και αιολικής ενέργειας, αλλά και ασφάλιση του κινδύνου ερευνών σε γεωτρήσεις γεωθερμίας. Οι λύσεις αυτές μειώνουν τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι εταιρείες και οι επενδυτές κατά την ανάπτυξη έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αυξάνουν την ασφάλεια των επενδύσεων, διευκολύνοντας την εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην αγορά. Παρά τις προσπάθειες στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η παγκόσμια οικονομία δεν θα μπορέσει να αποποιηθεί το πετρέλαιο εν μία νυκτί. Ιδιαίτερα ο τομέας μεταφορών όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, όπου τα εναλλακτικά συστήματα κίνησης αντιπροσωπεύουν μόλις το 6%, θα κατέρρεε σχεδόν ολοσχερώς χωρίς το πετρέλαιο. Συνεπώς, πρέπει να διασφαλιστεί μία ομαλή και περιβαλλοντικά αποδεκτή προσφορά πετρελαίου, μεσοπρόθεσμα. Αυτό θα δημιουργήσει επίσης νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για τις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς οι δραστηριότητες εξόρυξης και παραγωγής γίνονται ολοένα και πιο πολύπλοκες, ιδιαίτερα στις περιοχές της Αρκτικής και στο βυθό. Στα τέλη του 2010, μια ομάδα ασφαλιστικών και αντασφαλιστριών εταιρειών συνεργάστηκε με κορυφαίους brokers για την ανάπτυξη ασφάλισης ευθύνης για γεωτρήσεις μεγάλου βάθους στα ανοικτά της ηπειρωτικής Αμερικής, για παράδειγμα στον Κόλπο του Μεξικού. Ως η κινητήρια δύναμη πίσω από την ιδέα αυτή, η Munich Re ανέπτυξε την ιδέα “SOSCover” και θα παράσχει επίσης την αντίστοιχη δυνατότητα. Καθώς η κάλυψη αυτή εξαρτάται από τη συμμόρφωση με υψηλά πρότυπα ασφάλειας, το προϊόν θα συμβάλλει στη βελτίωση των επιπέδων ασφάλειας στις εξέδρες γεωτρήσεων μεγάλου βάθους. Δίλημμα οικονομικής πολιτικής Τα βιομηχανοποιημένα κράτη βρίσκονται σήμερα ενώπιον μίας μνημειώδους απόφασης οικονομικής πολιτικής. Το υψηλό επενδυτικό κόστος είναι το αναπόφευκτο τίμημα της επιτάχυνσης της τεχνολογικής μετάβασης σε ένα μέλλον χωρίς ορυκτά καύσιμα –εισάγοντας, για παράδειγμα, ηλεκτρικά αυτοκίνητα στις μεταφορές. Ωστόσο, εάν –αντίθετα με τις προσδοκίες– το πετρέλαιο δεν γίνει ολοένα και πιο σπάνιο στο μέλλον, οι κυβερνήσεις θα κατηγορηθούν ότι δεν έκαναν βέλτιστη χρήση των διαθέσιμων κεφαλαίων. Από την άλλη, αν επιταχυνθεί η ανεπάρκεια του πετρελαίου χωρίς να είναι διαθέσιμες οι εναλλακτικές τεχνολογίες, θα προκληθούν μεγάλες οικονομικές αναταραχές, με ανυπολόγιστο κόστος. Πολλά δείχνουν προς την πρώτη επιλογή, βάζοντας ένα τέλος στην εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο το συντομότερο δυνατό. Εκτός από το μεγάλο ενδεχόμενο έλλειψης πετρελαίου, υπάρχουν δύο ακόμα επιχειρήματα με σημαντική βαρύτητα υπέρ της επιλογής αυτής: καταπολέμηση της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας λόγω του CO2 και μείωση των γεωπολιτικών αλληλεξαρτήσεων. Οι ασφαλιστικές εταιρείες θα μπορούσαν να επιταχύνουν τη μετάβαση προς μία μετά-ορυκτών καυσίμων εποχή, παρέχοντας κάλυψη και επενδύοντας σε τεχνολογίες χωρίς εκπομπές άνθρακα. Η απόδοση των επενδύσεων αυτών θα μπορούσε κάλλιστα να ξεπεράσει τις εναλλακτικές με τη συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Περαιτέρω πληροφορίες: l International Monetary Fund (2011): World Economic Outlook April 2011 – Tensions from the Two-Speed l Recovery: Unemployment, Commodities, and Capital Flows, Washington, DC. l McKinsey & Company (2011): Another oil shock?, l McKinsey Quarterly. l UK Energy Research Centre (2009): Global Oil Depletion – An assessment of the evidence for a near-term peak in global oil production, London. (Πηγή: Munich Re Topics Magazine 1/2012)*